ἀκτινοενισχυτὴς / ἀκτινοενισχυτικό: ἐξελληνισμοὶ γιὰ τὴν συσκευὴ «laser» [Light Amplification by Stimulated Emission of Radiation = ἐνίσχυση φωτὸς μὲ ἐξαναγκασμένη ἐκπομπὴ ἀκτινοβολίας] | ἐνέργεια: ἀκτινοενίσχυση, ῥῆμα: ἀκτινοενισχύω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου