Η Εθνική Ημέρα Πρόληψης Θαλάσσιων Ατυχημάτων και Πνιγμών - μία κοινή πρωτοβουλία του Υπουργείου Ναυτιλίας και του Safe Water Sports - θεσπίστηκε με το άρθρο 19 του νόμου 4597 (ΦΕΚ 35α της 28ης Φεβρουαρίου 2019) κι έκτοτε διοργανώνεται κάθε χρόνο στις 11 Μαΐου, με σκοπό την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση των πολιτών για το μείζον θέμα των θαλασσίων ατυχημάτων και πνιγμών.
Στη χώρα μας με τα 13.676 χιλιόμετρα ακτογραμμής, συμβαίνουν κάθε χρόνο κατά μέσο όρο 300 περιστατικά θανάτων στη θάλασσα, πολλά από τα οποία οφείλονται στην απουσία γνώσης βασικών κανόνων κολύμβησης και κυκλοφοριακής συμπεριφοράς με σκάφος. Προτεραιότητα του Safe Water Sports είναι η εκπαίδευση των παιδιών να ξεκινήσει από τις πολύ μικρές ηλικίες. Για να μην θρηνήσουμε καμία απώλεια ζωής ξανά!
Ο οργανισμός είναι ένα μη κερδοσκοπικό σωματείο, που έχει ως βασικούς στόχους την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των πολιτών για όλα τα θέματα που σχετίζονται με τις δραστηριότητες (αθλητικές και ψυχαγωγικές) στο νερό, με ιδιαίτερη έμφαση στα θέματα ασφάλειας και πρόληψης των ατυχημάτων, καθώς και την ενίσχυση του ευρύτερου θεσμικού πλαισίου για την ασφάλεια στη χώρα μας.
Το Safe Water Sports έχει δημιουργήσει ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα εγκεκριμένο από το Υπουργείο Παιδείας για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, το οποίο προσφέρει - μέσα από το παιχνίδι και την ψυχαγωγία – όλες τις απαραίτητες γνώσεις για την ασφάλεια στη θάλασσα, το κολυμβητήριο και τα θαλάσσια σπορ. Οι δραστηριότητες του προγράμματος είναι διαθεματικές (π.χ. ελληνική γλώσσα, ξένη γλώσσα, μαθηματικά, φυσικές επιστήμες, πληροφορική, εικαστικά, φυσική αγωγή) και μπορούν να υλοποιηθούν στο πλαίσιο του σχολικού προγράμματος (ευέλικτη ζώνη).test
append
Τέσσερις είναι οι βασικοί άξονες δραστηριοποίησης του Safe Water Sports:
H υποστήριξη του έργου της πολιτείας (Λιμενικό Σώμα) για την αποτελεσματικότερη παρακολούθηση της τήρησης των κανόνων ασφαλείας στο θαλάσσιο χώρο, μέσω ενός Πληροφοριακού Συστήματος που έχει παραχωρήσει εντελώς δωρεάν το Safe Water Sports.
H εκπαίδευση παιδιών και νέων σε σχολεία, κατασκηνώσεις, κολυμβητήρια, παραλίες κ.λπ. 40.000 μαθητές ενημερώθηκαν - εκπαιδεύτηκαν το 2018 μέσω των διάφορων εκπαιδευτικών μας δράσεων. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Safe Water Sports έχει την έγκριση του Υπ. Παιδείας.
Η ενημέρωση - ευαισθητοποίηση πολιτών μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας και ειδικών ενημερωτικών δράσεων.
Η πιστοποίηση επιχειρήσεων θαλασσίων σπορ με το ιδιωτικό πρότυπο «watersports certified quality» σε συνεργασία με την TUV Austria Hellas.
Στο πλαίσιο των δράσεών του, ο Οργανισμός έχει αναπτύξει το Safe Water Sports app, μία δωρεάν ηλεκτρονική πλατφόρμα ενημέρωσης των πολιτών, διαθέσιμη σε Ελληνικά, Αγγλικά, Γαλλικά. Μέσω αυτής, ο πολίτης μπορεί εύκολα με το πάτημα ενός πλήκτρου να βρει χρήσιμες πληροφορίες για την Ελλάδα & την Κύπρο, όπως τις χαρτογραφημένες από κοινού παραλίες με το Λιμενικό Σώμα και τα χαρακτηριστικά τους, όλες τις νόμιμες επιχειρήσεις θαλασσίων σπορ, κανόνες ασφαλείας κ.ά.
Ο Σαλβαδόρ Νταλί (Salvador Dali) ήταν ισπανός (καταλανός) ζωγράφος και χαράκτης, από τους σημαντικότερους του 20ου αιώνα. Εντάσσεται στο καλλιτεχνικό ρεύμα του σουρεαλισμού (είναι ίσως ο κορυφαίος σουρεαλιστής ζωγράφος και σίγουρα ο πιο γνωστός) και με το έργο του εξερεύνησε το ανθρώπινο υποσυνείδητο. Χάρη και στις εξωφρενικές και εκκεντρικές κατά καιρούς δηλώσεις του, η φήμη που απέκτησε ήταν τεράστια.
Ο Σαλβαδόρ Φελίπε Χαθίντο Νταλί ι Ντομένεκ γεννήθηκε στις 11 Μαΐου 1904 στην πόλη Φιγκέρας της Καταλωνίας. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και συμβολαιογράφος, άθεος, αλλά αυστηρών αρχών και υπέρμαχος της ομοσπονδιοποίησης της Ισπανίας, ενώ η μητέρα του ήταν αυτή που ενθάρρυνε τις καλλιτεχνικές ανησυχίες του γιου της.
Ως φοιτητής στην Σχολή Καλών Τεχνών στη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη, αφομοίωσε έναν τεράστιο αριθμό καλλιτεχνικών στυλ και παρουσίασε ασυνήθιστη τεχνική ικανότητα ως ζωγράφος.
Ο Νταλί έγινε γνωστός στον κόσμο της τέχνης στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όταν είχε διαμορφώσει το δικό του προσωπικό στιλ. Δύο γεγονότα συνέβαλαν σε αυτό: Η ανακάλυψη των γραπτών του Σίγκμουντ Φρόιντ σχετικά με την ερωτική σημασία των υποσυνείδητων εικόνων και η ένταξή του στον κύκλο των σουρεαλιστών καλλιτεχνών και συγγραφέων του Παρισιού με τον πίνακα του «Το πένθιμο παιχνίδι» (1929).test
append
Από το 1929 έως το 1937 ζωγράφισε με φρενήρεις ρυθμούς μία σειρά από πίνακες που τον καταξίωσαν παγκοσμίως ως τον πιο σημαντικό σουρεαλιστή ζωγράφο. Εικονογράφισε έναν ονειρικό κόσμο, στον οποίο τα κοινά αντικείμενα αντιπαρατίθενται, παραμορφώνονται ή μεταμορφώνονται με έναν παράξενο και παράλογο τρόπο.
Απεικόνισε αυτά τα αντικείμενα με σχολαστική, σχεδόν οδυνηρά ρεαλιστική λεπτομέρεια και τα τοποθετούσε συνήθως σε θολά ηλιόλουστα τοπία που θυμίζουν την καταλανική πατρίδα του. Ίσως η πιο διάσημη από αυτές τις αινιγματικές εικόνες του είναι η «Η εμμονή της μνήμης» (1931), στο οποίο τα ρολόγια που λιώνουν, ξεκουράζονται σ’ ένα τρομακτικά ήρεμο τοπίο.
Οι σημαντικοί πίνακες
Άλλοι σημαντικοί πίνακες αυτής της περιόδου είναι «Το Όνειρο» (1931), «Έξι εμφανίσεις του Λένιν πάνω σ’ ένα πιάνο» (1931), «Προμήνυμα εμφυλίου πολέμου» (1936) και «Αόρατος Αφγανός με την εμφάνιση στην πλαζ του προσώπου του Γκαρθία Λόρκα υπό μορφή φρουτιέρας με τρία σύκα» (1938).
Ο ίδιος αποκαλούσε τους πίνακές του «ζωγραφισμένες ονειροφωτογραφίες», που διακρίνονται για την έμφασή τους στην απόδοση των λεπτομερειών, την τεχνική τους δεξιοτεχνία, την επινοητικότητά τους, την τάση τους για επίδειξη και την εκτεταμένη χρήση φροϋδικών συμβόλων.
Με τον Ισπανό σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ, ο Νταλί έκανε δύο σουρεαλιστικές ταινίες με τους τίτλους «Ο Ανδαλουσιανός Σκύλος» («Un Chien andalou», 1929) και «Η χρυσή εποχή» («L'Âge d’or», 1930), οι οποίες είναι επίσης γεμάτες με γοητευτικές, αλλά εξαιρετικά υποβλητικές εικόνες.
Η ρήξη με τους σουρεαλιστές
Η τάση του για ολοένα και μεγαλύτερη επιδεικτική προβολή, η λατρεία του προς το άτομό του, η φιλοχρηματία του και οι αμφιλεγόμενες δηλώσεις του για τον ανερχόμενο τότε φασισμό (παρότι στα νιάτα του ήταν κομμουνιστής και είχε φυλακιστεί για λίγο από την δικτατορία του Πρίμο ντε Ριβέρα), τον δυσφήμησαν στα μάτια των σουρεαλιστών, οι οποίοι διέκοψαν κάθε σχέση μαζί του το 1934, ενώ η φήμη του μεγάλωνε.
Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε τη ρωσίδα Έλενα Ντιακόνοβα, γνωστή ως Γκαλά, πρώην σύζυγο του σουρεαλιστή ποιητή Πολ Ελιάρ. Το ζευγάρι παρέμεινε μαζί μέχρι τον θάνατο της το 1982.
Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το ενδιαφέρον του στράφηκε συχνά προς τα θρησκευτικά θέματα με πίνακες, όπως «Η Παναγία του Πορτ Λιγκάτ» (1949), «Ο Χριστός του Αγίου Ιωάννη του Σταυρού» (1951) και «Η Σταύρωση» (1954). Το πλούσιο έργο του περιλαμβάνει ακόμα σχέδια κοσμημάτων, σκηνικά για τον κινηματογράφο, εικονογραφήσεις βιβλίων, καθώς και τα βιβλία «Ημερολόγιο μιας μεγαλοφυΐας» και «Ανομολόγητες εξομολογήσεις».
Ο Σαλβαδόρ Νταλί πέθανε στις 23 Ιανουαρίου 1989 στη γενέτειρά του, σε ηλικία 84 ετών. Δύο μουσεία είναι αφιερωμένα στον καλλιτέχνη, ένα στη γενέτειρά του Φιγκέρας («μουσείο-θέατρο», οργανωμένο από τον ίδιο τον Νταλί) κι ένα στις ΗΠΑ (στην πόλη Σεντ Πίτερσμπεργκ της Φλώριδας, όπου στεγάζεται η συλλογή Ρέινολντς-Μορς).
Τραγουδοποιός από την Ιαμαϊκή (Jamaica), που διεθνοποίησε τη μουσική ρέγκε και την κουλτούρα των Ρασταφάρι.
Ο Μπομπ Μάρλεϊ (Bob Marley) γεννήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1945 στο χωριό Νάιν Μάιλς ως Ρόμπερτ Νέστα Μάρλεϊ. Ήταν γιος του πενηντάχρονου άγγλου λευκού στρατιωτικού Νόρβαλ Σινκλέρ Μάρλεϊ και της δεκαοκτάχρονης Σιντέλα Μπούκερ, μιας ντόπιας μαύρης. Ο πατέρας του ζούσε στο Λίβερπουλ, αλλά βοηθούσε οικονομικά τον μικρό του γιο και τη μητέρα του, μέχρι τον θάνατό του το 1955. Τότε, ο Μπομπ και η μητέρα του αναγκάσθηκαν να μετακομίσουν στον τενεκοδομαχαλά Τρέντσταουν του Κίνγκστον, ελλείψει χρημάτων. Εκεί ο μικροσκοπικός Μπομπ (δεν ξεπέρασε ποτέ το 1,63 μ. σε ύψος), αναγκάσθηκε να ατσαλώσει τον χαρακτήρα του για να επιβιώσει, καθώς αντιμετώπιζε την προκατάληψη τόσο των λευκών όσο και των μαύρων.
Σε ηλικία 14ων ετών, εγκατέλειψε το σχολείο και άρχισε να δουλεύει ως βοηθός οξυγονοκολλητή. Τις ελεύθερες ώρες του έπαιζε μουσική με τον φίλο του Νέβιλ «Μπάνι» Λίβινγκστον (γνωστότερο αργότερα ως Μπάνι Γουέιλερ) και τον Τζο Χιγκς, έναν εκκολαπτόμενο τραγουδιστή και μέλος του κινήματος των Ρασταφάρι, ένα περίεργο κράμα από βιβλικές προφητείες, φιλοσοφία της επιστροφής στη φύση και μαύρου εθνικισμού, που αποθεώνει τη λατρεία της μαριχουάνας και τη νοσταλγία επιστροφής στην Αφρική. Στην παρέα προστέθηκε και ο νεαρός Πίτερ Μάκιντος (γνωστός αργότερα ως Πίτερ Τος). Το 1962 ο Μάρλεϊ ηχογράφησε τα δύο πρώτα του σινγκλ Judge Not και One Cup of Coffee, που πέρασαν απαρατήρητα και τα γνωρίσαμε από τις μεταθανάτιες συλλογές τραγουδιών του.
Το 1963, οι Μάρλεϊ, Λίβινγκστον και Μάκιντος σχημάτισαν ένα γκρουπ, που έπαιζε σκα και ροκστίντι μουσική (πρώιμες μορφές ρέγγε), με την ονομασία The Teenagers. Μετά από συνεχείς αλλαγές, το συγκρότημα κατέληξε στην ονομασία The Wailers. H επιτυχία δεν ήρθε και ο Μάρλεϊ αναγκάσθηκε να μετακομίζει με τη γυναίκα του Ρίτα Άντερσον στο σπίτι της πεθεράς του στο Ντελαγουέρ των ΗΠΑ, όπου δούλεψε ως εργάτης στη χημική βιομηχανία Ντιπόν και την αυτοκινητοβιομηχανία Κράισλερ.test
append
Η μισθωτή εργασία δεν τον ενθουσίασε και το 1967 επέστρεψε στο νησί για να ασχοληθεί και πάλι με τη μουσική. Τότε έγινε μέλος του κινήματος των Ρασταφάρι και υιοθέτησε τα χαρακτηριστικά κοτσιδάκια (dreadlocks), που έγιναν το σήμα κατατεθέν του και αργότερα παγκόσμια μόδα.
Bob Marley & The WailersΑπό το 1968 έως το 1972 οι Γουέιλερς ξαναηχογράφησαν κάποια από τα παλιά τους κομμάτια, εμπορικοποίησαν τον ήχο τους και χτύπησαν τις πόρτες των δισκογραφικών εταιρειών. Το 1972 κυκλοφόρησε το πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο Catch A Fire (Stir It Up, Kinky Reggae), που κινήθηκε καλά. Ένα χρόνο αργότερα ακολούθησε το Burnin' με τραγούδια όπως τα Get Up, Stand Up και το I shot the Sheriff, που έγινε παγκόσμια επιτυχία στη διασκευή του Έρικ Κλάπτον και βοήθησε στην εκτόξευση της δημοτικότητας του Μπομπ Μάρλεϋ.
Το 1974 οι Γουέιλερς διαλύθηκαν, λόγω διαφωνιών. Οι Λίβινγκστον και Μάκιντος ακολούθησαν σόλο καριέρα, ο πρώτος ως Μπάνι Γουέιλερ και ο δεύτερος ως Πίτερ Τος. Ο Μάρλεϊ κράτησε το όνομα του συγκροτήματος και εμφανιζόταν ως Μπομπ Μάρλεϊ και Γουέιλερς με μουσικούς, όπως οι αδελφοί Κάρλτον και Άστον Μπάρετ στο ρυθμικό τμήμα και οι Τζούνιορ Μάρβιν και Αλ Άντερσον στις κιθάρες. Τους συνόδευε πάντα στα φωνητικά το γυναικείο τρίο I Threes, που το αποτελούσαν η γυναίκα του Μάρλεϊ, Ρίτα, η Μάρσια Γκρίφιθς και η Τζούντι Μόουατ.
Το 1975 σημειώνει την πρώτη παγκόσμια επιτυχία του με το τραγούδι No Woman, No Cry από το άλμπουμ Natty Dread. Τον επόμενο χρόνο το Rastaman Vibration γνωρίζει μεγάλη επιτυχία στις ΗΠΑ και παραμένει για τέσσερεις εβδομάδες στα δέκα πρώτα άλμπουμ του αμερικανικού πίνακα επιτυχιών. Τώρα, ο Μπομπ Μάρλεϊ είναι ένας καλλιτέχνης παγκοσμίου βεληνεκούς, με γεμάτες συναυλίες όπου κι αν εμφανίζεται. Η ρέγκε (ένα κράμα σκα, ρυθμ εντ μπλουζ και ροκ, μια μουσική νευρώδης και ράθυμη συγχρόνως) γίνεται παγκόσμια μουσική γλώσσα και επηρεάζει πολλούς καλλιτέχνες σε κάθε σημείο του πλανήτη.
Το Δεκέμβριο του 1976 ο Μάρλεϊ επιστρέφει δόξη και τιμή στην Ιαμαϊκή για να συμβάλει στην εκτόνωση των πολιτικών συγκρούσεων, αλλά παραλίγο να χάσει τη ζωή του, όταν άγνωστοι αποπειρώνται να τον δολοφονήσουν. Εγκαταλείπει άρον-άρον το νησί και εγκαθίσταται στο Λονδίνο, όπου ηχογραφεί δύο άλμπουμ, το Exodus (Exodus, Waiting in Vain, Jammin', One Love) και το Kaya (Is this Love, Sun is shinning). To 1978 επιστρέφει στην πατρίδα του και διοργανώνει μια συναυλία πολιτικής συμφιλίωσης, που έμεινε στην ιστορία ως One Love Peace Concert.
Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί το διπλό «ζωντανό» άλμπουμ Babylon by Bus και το πολιτικά φορτισμένο Survival, με τραγούδια όπως τα Zimbabwe, Africa Unite, Wake Up and Live και Survival. Το 1980, το Uprising είναι το πιο θρησκευτικό του άλμπουμ, που έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του. Περιείχε τραγούδια όπως τα Redemption Song και Forever Loving Jah.
Τον Ιούλιο του 1977, ο Μάρλεϊ ένοιωσε ενοχλήσεις στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού. Υποβλήθηκε σε εξετάσεις και οι γιατροί διέγνωσαν κακοήθες μελάνωμα. Του ζήτησαν να προχωρήσουν σε ακρωτηριασμό του δαχτύλου του για να σώσουν τη ζωή του, αλλά αυτός αρνήθηκε, επειδή του το απαγόρευαν οι πεποιθήσεις του ως Ρασταφάρι. Επιπροσθέτως, αρνήθηκε να συντάξει διαθήκη για να διευθετήσει τα περίπλοκα περιουσιακά του, καθότι είχε αποκτήσει 12 παιδιά από 8 διαφορετικές γυναίκες. Το απαγόρευε και αυτό ο Ρασταφαριανισμός.
Ο καρκίνος γρήγορα εξαπλώθηκε στα ζωτικά του όργανα. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1980 έδωσε την τελευταία του συναυλία στο Πίτσμπουργκ. Βρισκόταν ένα βήμα από τον θάνατο όταν κάλεσε ένα διάσημο γερμανό γιατρό για να τον θεραπεύσει. Ο καρκίνος βρισκόταν στο τελευταίο του στάδιο και ο Μπομπ Μάρλεϊ πέρασε στην αιωνιότητα το πρωί της 11ης Μαΐου 1981 σε νοσοκομείο του Μαϊάμι.
Ο Μπομπ Μάρλεϊ τραγούδησε τον έρωτα, την αγάπη, αλλά και την καταπίεση των μαύρων από τους λευκούς. Βρέθηκε στη δίνη των πολιτικών αντιπαραθέσεων στην πατρίδα του, με μια εις βάρος του απόπειρα δολοφονίας. Όμως, γρήγορα έγινε λαϊκό είδωλο και η ημερομηνία γέννησής του τιμάται ως Εθνική Εορτή στη Τζαμάικα. Πολλά του οφείλουν οι καλλιτέχνες της ραπ, ενώ κάποιοι μουσικοκριτικοί δεν διστάζουν να τον αποκαλέσουν «Νονό του Χιπ-Χοπ», εκτός βεβαίως από «Βασιλιά της Ρέγκε», τίτλος που του ανήκει δικαιωματικά. Το άλμπουμ Legend, που κυκλοφόρησε τρία χρόνια μετά τον θάνατό του και περιέχει τις μεγαλύτερες επιτυχίες του έχει γίνει 10 φορές πλατινένιο, με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 12 εκατομμύρια αντίτυπα (2008).
Πολύμηνη απεργιακή κινητοποίηση στην εταιρεία κατασκευής βαγονιών «Πούλμαν» στο Σικάγο, με αιματηρή κατάληξη και ήττα του αμερικανικού συνδικαλιστικού κινήματος. Αφορμή υπήρξε η μείωση των μισθών κατά 28% και η απόλυση τριών συνδικαλιστών τον Μάιο του 1894.
Ιδιοκτήτης της εταιρείας ήταν ο Τζορτζ Πούλμαν (1831-1897) εφευρέτης του βαγκόν-λι και όνομα οικείο στις μέρες μας (Πούλμαν ονομάζουμε ακόμα και σήμερα τα λεωφορεία). Ο Πούλμαν, συν τοις άλλοις, υπήρξε ένας φιλάνθρωπος καπιταλιστής, καθώς πίστευε ότι οι εργατικές αναταραχές προέρχονται από τις χαμηλές αμοιβές και τις κακές συνθήκες ζωής των εργαζομένων. Γι' αυτό φρόντιζε να καλοπληρώνει τους υπαλλήλους του και μάλιστα τους έκτισε μια πόλη στα νότια του Σικάγου για να τους στεγάσει.
Στην πόλη του Πούλμαν οι κάτοικοι ζούσαν σε άνετα διαμερίσματα, με τρεχούμενο νερό, γκάζι και αποχέτευση, κάτι πρωτόγνωρο για την εποχή. Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση παρεχόταν δωρεάν, ενώ υπήρχε ελεύθερη πρόσβαση σε μια δημόσια βιβλιοθήκη, που προικίστηκε με 5.000 τόμους από την προσωπική βιβλιοθήκη του Πούλμαν.
Όμως, οι καλές μέρες δεν διαρκούν πολύ και η οικονομική κρίση που έπληξε τις ΗΠΑ στα τέλη του 19ου αιώνα χτύπησε και την πόρτα της Πούλμαν. Η εταιρεία ως πρόσφορο μέσο επέλεξε τη μείωση των μισθών, χωρίς, όμως να μειώσει τα ενοίκια όσων ζούσαν στα σπίτια της. Οι συνδικαλιστές αντέδρασαν και η εργοδοσία, σε μία επίδειξη πυγμής, απέλυσε τρεις εκπροσώπους των εργαζομένων.
Οι εργαζόμενοι αποφάσισαν απεργία διαρκείας από τις 11 Μαΐου 1894, με την κάλυψη της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Σιδηροδρομικών (ARU), της οποίας ηγείτο ο Γιουτζίν Ντεμπς. Παρά την αντίδρασή του, καθώς φοβόταν δυναμική επέμβαση της κυβέρνησης, στο πλευρό των απεργών τάχθηκαν χιλιάδες σιδηροδρομικοί, που μποϊκόταραν όσους συρμούς χρησιμοποιούσαν βαγόνια της «Πούλμαν».
Οι σιδηροδρομικές συγκοινωνίες σε μεγάλο μέρος των Ηνωμένων Πολιτειών παρέλυσαν. Στα μέσα Ιουνίου η ARU πρότεινε στην «Πούλμαν» να λυθεί η διαφορά της με τους απεργούς, μέσω διαιτησίας. Η εταιρεία, που, εν τω μεταξύ, είχε κηρύξει ανταπεργία (lock out), αρνήθηκε.
Σε μια ειρηνική διαδήλωση των απεργών στις 29 Ιουνίου στο Σικάγο, κάποιοι αναρχικοί εμφανίστηκαν με το μαξιμαλιστικό σύνθημα «Εκτροχιάστε τα τρένα, καταστρέψτε τα εργοστάσια, κάψτε ό,τι κινείται». Ήταν η ευκαιρία που ζητούσε ο Υπουργός Δικαιοσύνης Ρίτσαρντ Όνλεϊ για να στείλει στην περιοχή τις ομοσπονδιακές δυνάμεις, παρά την αντίδραση του Δημάρχου του Σικάγου και του Κυβερνήτη του Ιλινόις.
Στις 3 Ιουλίου, με τη θέα των ομοσπονδιακών, το πλήθος εξαγριώθηκε και άρχισε να προβαίνει σε βανδαλισμούς. Στην εξέλιξη αυτή συνετέλεσε και η απαγόρευση της επικοινωνίας συνδικαλιστών και απεργών, που είχε επιβληθεί με δικαστική απόφαση. Τώρα, οι αναρχικοί είχαν το πάνω χέρι. Μόνο στις 6 Ιουλίου, 700 βαγόνια της «Πούλμαν» κάηκαν και προκλήθηκαν ζημιές ύψους 340.000 δολαρίων στα εργοστάσιά της. Την επόμενη μέρα μια μεγάλη φωτιά κατέστρεψε τα κτίρια μιας έκθεσης σε κεντρικό πάρκο του Σικάγου. Ήταν η ώρα των δυνάμεων καταστολής, που αριθμούσαν 14.000 άνδρες. Χτύπησαν στο ψαχνό, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους γύρω στους 30 διαδηλωτές και να τραυματιστούν πάνω από 20.
Η απεργία, έχοντας χάσει τον προσανατολισμό της, άρχισε να φυλλορροεί, αφού δεν είχε την υποστήριξη της Αμερικάνικης Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών (AFL). Η ALU προσφέρθηκε να μεσολαβήσει για λύση της απεργίας, αν η «Πούλμαν» ξαναπροσλάμβανε τους απολυμένους συνδικαλιστές. Η εταιρεία, που είχε τώρα το πάνω χέρι, αρνήθηκε και στις 2 Αυγούστου 1859 άνοιξε και πάλι τα εργοστάσιά της, χωρίς την παραμικρή υποχώρηση προς τους εργαζομένους. Τους έβαλε, μάλιστα, να υπογράψουν ένα χαρτί ότι δεν θα ξανασυνδικαλιστούν.
Ο ηγέτης της Αμερικανικής Ένωσης Σιδηροδρομικών Γιουτζίν Ντεμπς (1855-1926) καταδικάσθηκε σε εξάμηνη φυλάκιση για τα επεισόδια του Ιουλίου και η οργάνωση διαλύθηκε. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του διάβασε Μαρξ κι έγινε ένας από τους φλογερότερους σοσιαλιστές. Έθεσε υποψηφιότητα για Πρόεδρος των ΗΠΑ πέντε φορές και έλαβε το καλύτερο ποσοστό του 6% στις εκλογές του 1912.
Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, μαζί με την Μαντώ Μαυρογένους, ήταν οι δύο κορυφαίες γυναικείες μορφές της Ελληνικής Επανάστασης.
Κόρη του Υδραίου πλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και της επίσης υδραίας Σκεύως Κοκκίνη, που καταγόταν από εφοπλιστική οικογένεια, γεννήθηκε στις 11 Μαΐου 1771 στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης, όπου ο πατέρας της εκρατείτο για συμμετοχή στα Ορλοφικά. Στα 17 της παντρεύτηκε τον Σπετσιώτη πλοίαρχο Δημήτριο Γιάννουζα, από τον οποίο ονομάζετο και Δημητράκαινα. Το 1797, ο σύζυγός της σκοτώθηκε σε συμπλοκή με αλγερινούς πειρατές και η Λασκαρίνα σε ηλικία 26 ετών μένει χήρα με τρία παιδιά, τον Ιωάννη, τον Γεώργιο και την Μαρία.
Το 1801 παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τον Σπετσιώτη καραβοκύρη Δημήτριο Μπούμπουλη και έγινε έκτοτε γνωστή ως Μπουμπουλίνα (η γυναίκα του Μπούμπουλη). Και ο δεύτερος σύζυγός της σκοτώθηκε σε σύγκρουση με αλγερινούς πειρατές το 1811, μεταξύ Μάλτας και Ισπανίας. Μαζί του απέκτησε τρία παιδιά, την Ελένη, την Σκεύω και τον Νικόλαο.
Με την περιουσία του συζύγου της, που ξεπερνούσε τα 300.000 τάλληρα, η Μπουμπουλίνα ασχολήθηκε με τα ναυτιλιακά κι έγινε μέτοχος σε διάφορα σπετσιώτικα πλοία. Όμως, το 1816 οι Οθωμανοί επεχείρησαν να κατάσχουν την περιουσία της, επειδή τα πλοία του συζύγου της μετείχαν υπό ρωσική σημαία στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1806. Με τη μεσολάβηση του ρώσου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στρογκάνωφ και της μητέρας του Σουλτάνου Βαλιντέ κατόρθωσε να διασώσει την περιουσία της.
Στην Κωνσταντινούπολη φαίνεται ότι μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1819, αλλά το γεγονός αμφισβητείται, καθώς είναι γνωστό ότι η οργάνωση δεν έκανε ποτέ μέλη της, γυναίκες. Μόλις η Μπουμπουλίνα επέστρεψε στις Σπέτσες διέταξε τη ναυπήγηση του πλοίου «Αγαμέμνων», για το οποίο δαπάνησε 25.000 δίστηλα. Με μήκος 48 πήχεις (περίπου 34 μέτρα) και εξοπλισμένο με 18 κανόνια, ο «Αγαμέμνων» καθελκύστηκε το 1820 και ήταν το μεγαλύτερο πλοίο που έλαβε μέρος στην Επανάσταση.
Ο Εθνικός Ξεσηκωμός βρήκε την Μπουμπουλίνα «πεντηκοντούτιδα, ωραίαν, αρειμάνιον ως αμαζόνα, επιβλητικήν καπετάνισσαν, προ της οποίας ο άνανδρος ησχύνετο και ο ανδρείος υπεχώρει», όπως τη σκιαγράφησε ο δημοσιογράφος και ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων. Ξόδευε την περιουσία της, όχι μόνο για τη διατήρηση των πλοίων της, αλλά και για τα στρατεύματα στην ξηρά. Συμμετείχε με το πλοίο της «Αγαμέμνων» στον αποκλεισμό του Ναυπλίου και ανεφοδίασε με δικές της δαπάνες τους υπερασπιστές του Άργους. Σε μια έφοδο των Τούρκων υπό τον Κεχαγιάμπεη σκοτώθηκε ο γιος της Ιωάννης Γιάννουζας. Στη συνέχεια έλαβε μέρος στον αποκλεισμό της Μονεμβασίας, στην πολιορκία και την άλωση του Ναυπλίου και της Τριπόλεως, στην οποία εισήλθε πάνω σε λευκό ίππο και έσωσε τα χαρέμια του Χουρσίτ Πασά από τη μήνη των πολιορκητών.
Μετά την άλωση του Ναυπλίου, το Νοέμβριο του 1822, η Μπουμπουλίνα εγκαταστάθηκε στην πόλη (έδρα της προσωρινής κυβέρνησης), όπου έζησε έως τα μέσα του 1824. Εκδιώχθηκε από το Ναύπλιο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, όταν πήρε το μέρος του φυλακισμένου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει, από το γάμο της κόρης της Ελένης με τον γιο του Πάνο. Οι κυβερνητικοί σκότωσαν τον γαμπρό της και από την ίδια αφαίρεσαν το κομμάτι γης που της είχαν δώσει για τις υπηρεσίες της στον Αγώνα.
O θάνατος της Μπουμπουλίνας
Έτσι, η Μπουμπουλίνα επέστρεψε πικραμένη στις Σπέτσες και εγκαταστάθηκε στο σπίτι του δεύτερου συζύγου της, μόνη με τα υπολείμματα της περιουσίας της, μέχρι το τέλος της ζωής της, που δεν άργησε να έλθει. Τον Μάιο του 1825 ο γιος της Γεώργιος Γιάννουζας κλέφτηκε με την Ευγενία Κούτση, κουνιάδα του ετεροθαλούς αδελφού της Μπουμπουλίνας, Λάζαρου Ορλόφ. Ο Ορλόφ, συνοδευόμενος από μέλη της οικογένειας Κούτση, πήγε στο σπίτι της Μπουμπουλίνας σε αναζήτηση της Ευγενίας. Στη λογομαχία που ακολούθησε, κάποιος πυροβόλησε και χτύπησε στο μέτωπο την Μπουμπουλίνα, που έπεσε νεκρή (22 Μαΐου). Δεν έχει διαλευκανθεί αν ήταν τυχαίο περιστατικό ή δολοφονία. Τα οστά της εναποτέθηκαν στον ιδιόκτητο ναΐσκο του Αγίου Ιωάννου.
Οι απόγονοι της Μπουμπουλίνας δώρισαν το πλοίο «Αγαμέμνων» στο νεοσύστατο κράτος, το οποίο έγινε η ναυαρχίδα του Ελληνικού Στόλου με το όνομα «Σπέτσαι». Ανατινάχθηκε από τον Ανδρέα Μιαούλη στον Πόρο κατά τη διάρκεια των πολιτικών ταραχών της 29ης Ιουλίου 1831. Το αρχοντικό της Μπουμπουλίνας στις Σπέτσες είναι σήμερα Μουσείο. Περιλαμβάνει συλλογή όπλων, επιστολές και άλλα αρχεία, παλιά βιβλία, πορτραίτα της Μπουμπουλίνας, προσωπικά της αντικείμενα, έπιπλα και διακρίσεις που τις είχαν απονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις.
Μεταθανάτια έλαβε τον τίτλο του ναυάρχου από τη Ρωσία, πρωτοφανής τιμή για γυναίκα. Το 2018, ήταν η σειρά της πατρίδας της να τήν τιμήσει. Με απόφαση του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΦΕΚ 373, Τεύχος Γ, της 11 Απριλίου), της απονεμήθηκε ο βαθμός του υποναυάρχου επί τιμή, ο Πολεμικός Σταυρός Α ‘ Τάξεως και το Μετάλλιο Εξαίρετων Πράξεων, για « τον απαράμιλλο ηρωισμό της, την αυτοθυσία και την αφοσίωση που επέδειξε προς το Ελληνικό Έθνος, τα οποία την κατέστησαν στη μνήμη όλων των Ελλήνων και Ελληνίδων ως Εθνικό ιδεώδες», σύμφωνα με το αιτιολογικό της απόφασης.
Σχετικά
«Μπουμπουλίνα», βιογραφική ταινία του Κώστα Ανδρίτσου με πρωταγωνίστρια την Ειρήνη Παππά στον ομώνυμο ρόλο. Η ταινία, που πρωτοπροβλήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 1959, έκοψε 37.675 εισιτήρια και κατέλαβε την 21η θέση στον κατάλογο με τις εμπορικότερες παραγωγές της κινηματογραφικής σεζόν 1959-1960.