Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

τὸ ποιεῖν πειρᾶν ποιεῖ.

 τὸ ποιεῖν πειρᾶν ποιεῖ.

Η ιστορία των Πανελλαδικών Εξετάσεων

 


Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις είναι εκπαιδευτική διαδικασία του ελληνικού κράτους για την εισαγωγή των αποφοίτων του Λυκείου (παλαιότερα του εξαταξίου Γυμνασίου) στα ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας. Διεξάγονται στο τέλος κάθε εκπαιδευτικής χρονιάς (Μάιο ή Ιούνιο, παλαιότερα Σεπτέμβριο) από το Υπουργείο Παιδείας, με κοινά θέματα για όλους τους υποψηφίους κάθε επιστημονικού πεδίου. Καθιερώθηκαν το 1964 με την ονομασία «Εισιτήριες Εξετάσεις», λόγω της ύπαρξης πληθώρας υποψηφίων και των περιορισμένων θέσεων στα ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Από την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1837 και μέχρι το 1924, η εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση γινόταν χωρίς εξετάσεις. Με το νόμο 2905 της 27ης Ιουλίου 1922 θεσπίστηκαν για πρώτη φορά οι εισαγωγικές εξετάσεις, που εφαρμόστηκαν δύο χρόνια αργότερα στη Φυσικομαθηματική Σχολή και από το 1926 στις υπόλοιπες σχολές του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τα επόμενα χρόνια και μέχρι το 1963, οι εισαγωγικές εξετάσεις διοργανώνονταν από κάθε εκπαιδευτικό ίδρυμα ξεχωριστά. Ο κάθε υποψήφιος μπορούσε να λάβει μέρος σε όσες εξετάσεις ήθελε, εφόσον δεν συνέπιπταν οι ημερομηνίες διεξαγωγής τους, και αν πετύχαινε σε περισσότερες από μία σχολές, αναγκαστικά επέλεγε τη μία από αυτές. Την ίδια πάνω-κάτω περίοδο έκαναν την εμφάνισή τους και τα πρώτα φροντιστήρια για την προετοιμασία των υποψηφίων στις εισαγωγικές εξετάσεις.

Από το 1964 και μέχρι σήμερα ισχύει το «συγκεντρωτικό σύστημα» για την είσοδο των αποφοίτων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Οι εξετάσεις με διάφορες ονομασίες και παραλλαγές στο σύστημά τους, διοργανώνονται κεντρικά από το Υπουργείο Παιδείας και τα θέματα για τους υποψηφίους είναι κοινά. Η αρχή έγινε τον Σεπτέμβριο του 1964 με τις πρώτες «Εισιτήριες Εξετάσεις», που έγιναν από την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου.

Το 1980 οι «Εισιτήριες Εξετάσεις» μετονομάστηκαν σε «Πανελλήνιες Εξετάσεις» από την κυβέρνηση του Γεωργίου Ράλλη και αφορούσαν τις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου. Το 1983 μετονομάστηκαν εκ νέου σε «Γενικές Εξετάσεις» από την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου (σύστημα με τις «δέσμες μαθημάτων») και από το 2000 έως σήμερα ονομάζονται «Πανελλαδικές Εξετάσεις».


Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/774

Un Bacio Di Mano


Αριέτα του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, για βαθύφωνο (μπάσο) και ορχήστρα. Φέρει τον αριθμό 541 στον κατάλογο Κέχελ με τα έργα του μεγάλου αυστριακού συνθέτη.

Γράφτηκε κατά παραγγελία τον Μάιο του 1788, προκειμένου να συμπεριληφθεί στην κωμική όπερα του Πασκουάλε Ανφόσι Le gelosie fortunate (Οι ευτυχισμένοι ζηλιάρηδες), που θα ανέβαινε στη Βιέννη στις 2 Ιουνίου 1788. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Μότσαρτ συνέθετε για άλλους συνθέτες και ιδιαίτερα για τον Πασκουάλε Ανφόσι (1727-1797).

Αν και η μουσική του ιταλού συνθέτη έχει σχεδόν ξεχαστεί στις μέρες μας, οι κατά παραγγελία άριες του Μότσαρτ, όπως η προκείμενη, παίζονται και ηχογραφούνται από σπουδαίους λυρικούς καλλιτέχνες, όπως οι Ντίτριχ Φίσερ-Ντίσκαου, Μπριν Τέρφελ και Τόμας Χάμπσον.

Στην όπερα του Ανφόσι η αριέτα Un Bacio Di Mano (Ένα Χειροφίλημα) ερμηνεύεται από τον κύριο Ζιρό, ένα σοφό και περπατημένο Γάλλο, που συμβουλεύει τον άβγαλτο Ντον Πομπέο να είναι προσεκτικός, όταν κορτάρει μια γυναίκα. Διαρκεί λιγότερο από δύο λεπτά και είναι ένα από τα «διαμαντάκια» του Μότσαρτ.

Το κύριο θέμα της αριέτας (δεξιοτεχνικό οπερατικό σόλο, αλλά και τραγούδι της κωμικής όπερας) είναι γνωστό στους φίλους της κλασσικής μουσικής από ένα κατοπινό έργο του Μότσαρτ, την πασίγνωστη και σπουδαία Συμφωνία αρ. 41, Του Διός, που πρωτοπαρουσιάστηκε στις 10 Αυγούστου 1788.

Λότε Ράινιγκερ: Η πρωτοπόρος του «Silhouete Animation»

Λότε Ράινιγκερ (1899 – 1981)
Λότε Ράινιγκερ (1899 – 1981)

Η Λότε Ράινιγκερ (Lotte Reiniger) ήταν γερμανίδα σκηνοθέτρια του κινηματογράφου, που δραστηριοποιήθηκε στο χώρο του κινουμένου σχεδίου. Θεωρείται από τους πρωτοπόρους των κινουμένων σχεδίων με φιγούρες σε μορφή περιγραμμάτων (Silhouete Animation), ενώ είναι εκείνη που δημιούργησε το πρώτο μουσικό κλιπ στην ιστορία του σινεμά πάνω σε μοτίβα του Μότσαρτ.

Η Σαρλότε «Λότε» Ράινιγκερ γεννήθηκε στις 2 Ιουνίου 1899 στο Σαρλότενμπουργκ, προάστιο του Βερολίνου. Από μικρή γοητεύτηκε από το κινέζικο θέατρο σκιών κι άρχισε να κατασκευάζει τις δικές της φιγούρες. Παρακολουθώντας μία διάλεξη του ηθοποιού και σκηνοθέτη Πάουλ Βέγκενερ, πείστηκε για τις μεγάλες δυνατότητες που της παρείχε ο κινηματογράφος να αναπτύξει την τέχνη της.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας της δημιούργησε περισσότερες από 40 ταινίες, με βασικό εργαλείο την επινοητικότητά της και κινητήριες δυνάμεις το παραμύθι και τη μουσική. Τα πιο γνωστά της έργα είναι το «Παπαγκένο» (Papageno, 1935), εμπνευσμένο από την όπερα του Μότσαρτ «Ο Μαγικός Αυλός» και «Οι περιπέτειες του Πρίγκιπα Αχμέντ» (Die Abenteuer des Prinzen Achmed, 1923-1926), που βασίζεται στην αραβική συλλογή παραμυθιών και ιστοριών «Χίλιες και μία νύχτες» και θεωρείται ως η παλαιότερη σωζόμενη ταινία μεγάλου μήκους με κινούμενα σχέδια.

Η Λότε Ράινινγκερ δεν διακρίθηκε μόνον για τις κινηματογραφικές της παραγωγές, αλλά και για τις επιδόσεις της στο θέατρο σκιών, για τις εικονογραφήσεις βιβλίων και τη δραστηριότητά της στο θέατρο.test

append

Τη δεκαετία του ‘20 ανήκε στο λογοτεχνικό κύκλο γύρω από τον Μπέρτολτ Μπρεχτ και γνώρισε μεγάλες μορφές της γερμανικής τέχνης, όπως τους σκηνοθέτες Φριτς Λανγκ και Γκέοργκ-Βίλχελμ Παμπστ, τον εξπρεσιονιστή ζωγράφο Καρλ Σμιτ, το θεατρικό συγγραφέα Καρλ Τσουκμάγερ και τον ζωγράφο και φωτογράφο Λάζλο Μόχολι-Νάγκι.

H Λότε Ράινιγκερ πέθανε στις 19 Ιουνίου 1981 στην πόλη Ντετενχάουζεν της τότε Δυτικής Γερμανίας, σε ηλικία 82 ετών.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/1635

Μάρβιν Χάμλις


Μάρβιν Χάμλις (1944 – 2012)
Μάρβιν Χάμλις (1944 – 2012)


Αμερικανός συνθέτης και τραγουδοποιός. Μαζί με τον Ρίτσαρντ Ρότζερς (1902-1979) είναι οι μοναδικοί συνθέτες που έχουν κατακτήσει και τα πέντε μεγάλα μουσικά βραβεία των ΗΠΑ: Έμι (τηλεόρασης), Γκράμι (μουσικής), Πούλιτζερ (σύνθεσης), Όσκαρ (κινηματογράφου) και Τόνι (θεάτρου).

Ο Μάρβιν Φρέντερικ Χάμλις (Marvin Frederick Hamlisch) γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 2 Ιουνίου 1944, από γονείς βιεννέζικης καταγωγής και ιουδαϊκού θρησκεύματος. Ο πατέρας του ήταν ακορντεονίστας σε ορχήστρες και εμφύσησε στον νεαρό Μάρβιν την αγάπη για τη μουσική. Σε ηλικία πέντε ετών, ο Μάρβιν έπαιζε με ευκολία στο πιάνο τη μουσική που άκουγε στο ραδιόφωνο. Στα επτά του έγινε δεκτός στο ονομαστό ωδείο της Νέας Υόρκης Τζούλιαρντ και στα 23 του αποφοίτησε με πτυχίο στις καλές τέχνες από το Κολλέγιο Κουίνς (Queens College) της Νέας Υόρκης.

Το 1964 βρήκε την πρώτη του δουλειά ως πιανίστας, στις πρόβες του μιούζικαλ Ένα αστείο κορίτσι (Funny Girl), με πρωταγωνίστρια την Μπάρμπαρα Στρέιζαντ. Στη συνέχεια προσελήφθη ως πιανίστας στα πάρτι του κινηματογραφικού παραγωγού Σαμ Σπίγκελ, ο οποίος εκτίμησε τις ικανότητές του και το 1968 του ανέθεσε να γράψει τη μουσική για την ταινία του Σίντνεϊ Πόλακ Αναζητώντας το παρελθόν (The Swimmer).

Έγινε διάσημος το 1973 για τα τραγούδια και τη μουσική επένδυση των ταινιών Τα καλύτερά μας χρόνια, σε σκηνοθεσία Σίντνεϊ Πόλακ, με τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ και Μπάρμπαρα Στρέιζαντ (Όσκαρ μουσικής και τραγουδιού) και Το Κεντρί του Τζορτζ Ρόι Χιλ, με τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ και Πολ Νιούμαν (Όσκαρ τραγουδιού). Δική του είναι η μουσική στις ταινίες Η εκλογή της Σόφι (1982) του Άλαν Πάκουλα, Συνηθισμένοι άνθρωποι (1980) του Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Τρεις άνδρες κι ένα μωρό (1987) του Λέοναρντ Νιμόι, Πάρε τα λεφτά και τρέχα (1969) και Μπανάνες (1971) του Γούντι Άλεν. Συνολικά, ο Μάρβιν Χάμλις έγραψε μουσική και τραγούδια για 45 κινηματογραφικές ταινίες.

Στο Μπρόντγουεϊ ο Χάμλις κέρδισε βραβεία Τόνι και Πούλιτζερ για το μιούζικαλ A Chorus Line του 1975, που τη χρονιά εκείνη ήταν η πιο επιτυχημένη θεατρική παραγωγή. Το 1978 έγραψε τη μουσική για το μιούζικαλ They’re Playing Our Song, βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό του Νιλ Σάιμον (Παίζουν το τραγούδι μας, όπως ανέβηκε στην Ελλάδα), που αφηγείται την ερωτική σχέση του Χάμλις με τη στιχουργό Κάρολ Μπάγερ, η οποία έγραψε το λιμπρέτο της παράστασης. Ένα χρόνο νωρίτερα και συγκεκριμένα στις 18 Ιουνίου 1977 είχε ανέβει στο Νο1 του καταλόγου των σόουλ επιτυχιών με το τραγούδι του Break It to Me Gently, που ερμήνευσε η Αρίθα Φράνκλιν. Ο Χάμλις συνεργάστηκε ως μαέστρος (Principal Pops Conductor) με σπουδαίες συμφωνικές ορχήστρες των ΗΠΑ για την παρουσίαση δημοφιλών και ανάλαφρων έργων της κλασικής μουσικής.

Τον Μάιο του 1989 παντρεύτηκε την τηλεπαρουσιάστρια Τερ Μπλερ, με την οποία πορεύτηκε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Ο Μάρβιν Φρέντερικ Χάμλις πέθανε στις 6 Αυγούστου 2012 στο Λος Άντζελες, σε ηλικία 68 ετών.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/506

Λου Γκέριγκ: Ο άσσος του μπέιζ-μπολ που έδωσε το όνομά του στη νόσο από την οποία πέθανε Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/2084 © SanSimera.gr

 Ο Λου Γκέριγκ (1903-1941) με τους Νιου Γιορκ Γιάνκις το 1923

Ο Λου Γκέριγκ (1903-1941) με τους Νιου Γιορκ Γιάνκις το 1923

Ο Λου Γκέριγκ (Lou Gehrig) ήταν αμερικανός παίκτης του μπέιζ-μπολ, από τους κορυφαίους του εθνικού αθλήματος των ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια της αγωνιστικής του δράσης προσβλήθηκε από μία σπάνια αρρώστια του νευρικού συστήματος και πέθανε προτού καν συμπληρώσει 40 χρόνια ζωής. Η νόσος αυτή πήρε αργότερα το όνομά του (Νόσος του Γκέριγκ).

Ο Λούντβιχ Χάινριχ Γκέριγκ γεννήθηκε στις 19 Ιουνίου 1903 στη Νέα Υόρκη, από γερμανούς γονείς, μετανάστες πρώτης γενιάς. Ο πατέρας του εργαζόταν ως λαμαρινάς και συχνά έχανε το μεροκάματο επειδή μεθοκοπούσε. Η μητέρα του, που εργαζόταν ως καθαρίστρια στο πανεπιστήμιο Κολούμπια, ήταν ιδιαίτερα προστατευτική με τον μικρό αγόρι, καθώς ήδη είχε χάσει τρία παιδιά από διάφορες αρρώστιες.Play Video

«Σιδερένιο Άλογο»

Ο Λου από μικρός ξεχώρισε για τις αθλητικές του επιδόσεις, ιδιαίτερα στο μπέιζ-μπολ. Έδειξε το ταλέντο του στην Εμπορική Σχολή, όπου φοιτούσε ως τα 18 του και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, όπου έγινε δεκτός με αθλητική υποτροφία.

Εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο για ν’ ασχοληθεί επαγγελματικά με το μπέιζ-μπολ και το 1923 εντάχθηκε στους Γιάνκις της Νέας Υόρκης. Στις 15 Ιουνίου έπαιξε το πρώτο παιγνίδι ως «ροπαλοφόρος» (batter), αντικαθιστώντας τον Μπέιμπ Ρουθ, ένα θρύλο του αθλήματος. Τα δύο πρώτα χρόνια είχε ελάχιστες συμμετοχές, αλλά από την 1η Ιουνίου 1925 μέχρι τις 30 Απριλίου 1939, που αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, αγωνίστηκε σε 2.130 συνεχόμενα παιγνίδια και δικαίως του προσέδωσαν το προσωνύμιο «Σιδερένιο Άλογο». Το ρεκόρ του αυτό καταρρίφθηκε χρόνια αργότερα, στις 6 Σεπτεμβρίου 1995 από τον Καλ Ρίπκεν των Μπάλτιμορ Οριόλς. Με τους Γιάνκις ο Λου Γκέριγκ κατέκτησε 6 πρωταθλήματα (1927, 1928, 1932, 1936, 1937, 1938).

Η επιβάρυνση της υγείας του

Ολόκληρο το χειμώνα του 1938 ο Λου Γκέριγκ αισθανόταν αδύναμος και χωρίς δυνάμεις και οι εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε, με την προτροπή της συζύγου του, έδειξαν ότι υπήρχε πρόβλημα στη χοληδόχο κύστη του. Στις 30 Απριλίου 1939 και αφού είχαν προηγηθεί λιποθυμικά επεισόδια και ανεξήγητες πτώσεις του, αποφάσισε ότι θα ήταν καλύτερα να διακόψει την αγωνιστική δράση.

Τον επόμενο μήνα ταξίδεψε μαζί με την ομάδα, όμως δεν συμμετείχε στους αγώνες της και η κατάσταση της υγείας του συνεχώς επιβαρύνονταν. Η σύζυγός του ήρθε σε επαφή με την κλινική Mayo της Μινεσότα και μία ομάδα γιατρών με επικεφαλής τον Τσαρλς Μάγιο ανέλαβε την αξιολόγηση του προβλήματός της υγείας του.

Στις 19 Ιουνίου οι γιατροί διέγνωσαν ότι έπασχε από αμυοτροφική πλευρική σκλήρυνση, μία ασθένεια που προκαλείται από τη σκλήρυνση του νωτιαίου μυελού, η οποία οδήγησε σε μια αργή, επίπονη, φθορά των μυών και των νευρικών απολήξεων. Οι γιατροί πρόβλεψαν ότι σταδιακά το σώμα του θα παραλύσει από την ασθένεια, η καρδιά του και οι πνεύμονές του θα σταματήσουν να λειτουργούν, και πως στην καλλίτερη περίπτωση, θα πεθάνει στα επόμενα τρία χρόνια.

Το τέλος της καριέρας και της ζωής του...

Στις 21 Ιουνίου 1939, οι Γιάνκις ανήγγειλαν την αποχώρησή του από την ενεργό δράση και όρισαν την 4η Ιουλίου ως ημέρα τιμής για τον σπουδαίο αθλητή. Τη μέρα εκείνη, μιλώντας μπροστά σ’ ένα πλήθος 62.000 οπαδών της ομάδας, ανακοίνωσε συγκινημένος το τέλος της καριέρας του. «...Σήμερα, θεωρώ τον εαυτό μου τον πιο τυχερό άνθρωπο της γης (…) Σίγουρα είμαι τυχερός…».

Τον Οκτώβριο του 1939, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Φιορέλο Λα Γκουάρντια του προσέφερε μία διευθυντική θέση στον Δήμο. Ο Γκέριγκ εργάστηκε με ζήλο στο νέο του πόστο, αλλά η κατάσταση της υγείας του διαρκώς χειροτέρευε, όπως είχαν προβλέψει οι γιατροί. Στις 2 Ιουνίου 1941 άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του στη Νέα Υόρκη, σε ηλικία 37 ετών.

Ο Λου Γκέριγκ ήταν ένας ήρεμος και ευγενής άνθρωπος, που βρισκόταν κατά κάποιο τρόπο στην σκιά του εκδηλωτικού Μπέιμπ Ρουθ, τον οποίο ακολουθούσε ως ροπαλοφόρος (batter) στην ομάδα των Γιάνκις. Από το 1933 ήταν παντρεμένος με την Έλινορ Τουίτσελ, η οποία εργαζόταν ως ιδιαιτέρα γραμματέας.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/2084

Μπο Ντίντλεϊ

 Μπο Ντίντλεϊ (1928 – 2008)

Μπο Ντίντλεϊ (1928 – 2008)

Αμερικάνος μουσικός, από τους πρωτοπόρους του ροκ εντ ρολ και από τους κορυφαίους της ηλεκτρικής κιθάρας. Με τον ήχο του και τις καινοτομίες του στην κιθάρα επηρέασε στρατιές μουσικών. Σήμα κατατεθέν του, η παραλληλόγραμμη κιθάρα, δικής του κατασκευής.

Ο Μπο Ντίντλεϊ (Bo Diddley) γεννήθηκε στο Μακόμπ του Μισισιπή στις 30 Δεκεμβρίου του 1928 και το πραγματικό του όνομα ήταν Ίλας Όθα Μπέιτς. Το Μπο Ντίντλεϋ είναι παρατσούκλι και το απέκτησε στα ρινγκ ως ερασιτέχνης μποξέρ. Στα επτά του χρόνια μετακόμισε με την οικογένειά του στο Σικάγο. Αρχικά πήρε μαθήματα βιολιού, αλλά αποφάσισε να μάθει κιθάρα και να γίνει μουσικός, όταν παρακολούθησε μια συναυλία του Τζον Λι Χούκερ.

Δούλεψε ως μηχανικός, επιπλοποιός και μουσικός του δρόμου, προτού γνωρίσει την πρώτη μεγάλη του επιτυχία το 1955 με το σινγκλ Bob Didley / I'am Man, που έφθασε στην κορυφή του Ριθμ εντ Μπλουζ τσαρτ. Ακολούθησαν σπουδαία τραγούδια, όπως τα: Who Do You Love, Mona, Road Runner και You Can't Judge A Book by the cover. Επηρέασε καθοριστικά τη βρετανική R&B σκηνή και συγκροτήματα όπως τους Yardbirds και τους Rolling Stones. Μάλιστα, οι νεαροί και ταλαντούχοι Στόουνς άνοιγαν τις συναυλίες του Ντίντλεϊ το 1963.

Τη δεκαετία του '70 ο Μπομπ Ντίντλεϊ ήταν ήδη ένας θρύλος. Προσπάθησε να ανανεώσει το μουσικό του ύφος, όπως και πολλοί άλλοι της γενιάς του, αλλά χωρίς επιτυχία. Το 1979 περιόδευσε μαζί με τους πρωτοπόρους του πανκ, βρετανούς The Clash. To 1987 εντάχθηκε στην Ακαδημία του ροκ εντ ρολ (Rock and Roll Hall Of Fame) και παρέμεινε ενεργός μουσικά. Κυκλοφόρησε ορισμένα αξιόλογα άλμπουμ και συνέχισε να δίνει συναυλίες. Το 2001 εμφανίστηκε και στην Ελλάδα, μαζί με τους κατά πολύ νεώτερούς του Fleshtones.

Στις 17 Μαΐου 2007 χτυπήθηκε από εγκεφαλικό, κατά τη διάρκεια συναυλίας στην Ομάχα της Νεμπράσκας. Εγκατέλειψε την ενεργό δράση και ακολούθησε πρόγραμμα αποκατάστασης. Ο Μπομπ Ντίντλεϊ άφησε την τελευταία του πνοή στις 2 Ιουνίου 2008, στο σπίτι του στο Άρτσερ της Φλώριδας, εξαιτίας καρδιακού επεισοδίου.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/376