Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Διεθνής Ημέρα Χούμους

Το χούμους είναι ένα δημοφιλές ορεκτικό σε πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Κάθε χρόνο χιλιάδες άνθρωποι από άλλες χώρες δοκιμάζουν το χούμους και ανακαλύπτουν την εκπληκτική του γεύση. Εάν δεν έχετε δοκιμάσει ποτέ χούμους, τότε η 13η Μαΐου είναι η τέλεια μέρα για να το κάνετε κι έτσι να συμμετάσχετε στον εορτασμό της Διεθνούς Ημέρας Χούμους.

Το χούμους (ρεβύθια στα Αραβικά) είναι μια κρεμώδης σαλάτα, που συνοδεύεται με ψωμί ή αραβική πίτα. Παραδοσιακά παρασκευάζεται από ταχίνι και ρεβύθια, λεμόνι και ελαιόλαδο, με την προσθήκη διάφορων καρυκευμάτων, ενώ σερβίρεται σε βαθύ πιάτο με λάδι και ρίγανη. Στο Ισραήλ αντί για ρίγανη χρησιμοποιείται το ζάταρ, ένα μείγμα μπαχαρικών.

Η Διεθνής Ημέρα Χούμους ξεκίνησε το 2012 ως Ημέρα Χούμους από ένα νεαρό ισραηλινό επιχειρηματία, τον Μπεν Λανγκ, στην προσπάθειά του να φέρει κοντά Άραβες και Ισραηλινούς μέσω αυτού του εδέσματος, που είναι δημοφιλές στην κουζίνα της Μέσης Ανατολής.

Με την πάροδο του χρόνου, ο εορτασμός διεθνοποιήθηκε και κάθε χρόνο χιλιάδες άτομα σε όλο τον κόσμο συμμετέχουν στον εορτασμό, τρώγοντας χούμους στο σπίτι ή πηγαίνοντας σε χώρους εστίασης όπου σερβίρεται χούμους. Μοιράζονται επίσης φωτογραφίες στο Instagram και τουϊτάρουν χρησιμοποιώντας το hashtag #hummusday.

Advertisement


Πηγή: https://www.sansimera.gr/worldays/585

Το Θαύμα της Φάτιμα

Στις 13 Μαΐου του 1917, τρία βοσκόπουλα, η Λουσία Ντος Σάντος (10 ετών) και τα ξαδέλφια της Φρανσίσκο και Ζασίντα Μάρτο, 9 και 7 ετών αντίστοιχα, είδαν ένα όραμα έξω από το χωριό Φάτιμα της Κεντρικής Πορτογαλίας. Παρουσιάστηκε μπροστά τους η Παναγία μέσα σ' ένα λαμπρό σύννεφο και τους ανήγγειλε πως θα εμφανιζόταν στο ίδιο σημείο κάθε 13 του μήνα, έως τον Οκτώβριο. Τους προέτρεψε σε μετάνοιες και πράξεις αυτοτιμωρίας για τη σωτηρία των αμαρτωλών, ενώ τους ανακοίνωσε και τρεις προφητείες.

Σε κάθε προαναγγελθείσα εμφάνιση της Παναγίας συγκεντρώνονταν όλο και περισσότεροι πιστοί, αν και την έβλεπαν μόνο τα τρία παιδιά. Αυτό κίνησε το ενδιαφέρον του δημάρχου της Φάτιμα, Αρτούρ Σάντος, ο οποίος ήταν αντιμοναρχικός και μασόνος. Συνέλαβε τα παιδιά στις 13 Αυγούστου και προσπάθησε να τους αποσπάσει το μυστικό με την απειλή βασανιστηρίων. Αυτά όχι μόνο δεν αποκάλυψαν το μυστικό, αλλά κατάφεραν να πείσουν και τους λοιπούς συγκρατούμενούς τους να αναπέμψουν ύμνος προς την Παναγία.

Τα παιδιά, στα οποία εμφανίστηκε η Παναγία
Τα τρία παιδιά είδαν την Παναγία αντί στις 13, στις 19 Αυγούστου. Η Θεομήτωρ τους αποκάλυψε ότι με την τελευταία εμφάνισή της, στις 13 Οκτωβρίου, θα γινόταν ένα θαύμα, για να πιστέψουν και οι άπιστοι. Πράγματι, την ημέρα αυτή 70.000 άνθρωποι έδωσαν το παρών στη Φάτιμα, ανάμεσά τους και πολλοί δημοσιογράφοι και φωτορεπόρτερ.

Ο ουρανός ήταν σκοτεινός και έβρεχε καταρρακτωδώς. Ξαφνικά άνοιξε και όλοι είδαν τον ήλιο να «χορεύει», αλλάζοντας συνεχώς χρωματισμούς. Το περιστατικό επιβεβαίωσαν με ρεπορτάζ τους οι εγκυρότερες εφημερίδες της χώρας, ακόμη και ένας καθηγητής οφθαλμολογίας, που είχε προσληφθεί ως σχολιαστής από ένα έντυπο. Τα παιδιά επιπροσθέτως ανέφεραν ότι είδαν εκτός από την Παναγία, τον Ιησού Χριστό και τον Ιωσήφ.

Πολύ αργότερα, ο βενεδικτίνος ιστορικός των επιστημών πατήρ Στάνλεϊ Γιάκι έδωσε τη δική του εξήγηση για το συμβάν. Θεώρησε ότι το φαινόμενο μπορεί να ήταν μια ψευδαίσθηση που προκλήθηκε από ατμοσφαιρική αναστροφή, αλλά η αποκάλυψη του φαινομένου από την Παναγία στα παιδιά ήταν θαύμα, όπως είναι και η επίσημη θέση της Καθολικής Εκκλησίας.

Ιδιαίτερος λόγος έχει γίνει και για τις τρεις προφητείες, οι οποίες φυλάχτηκαν ως μυστικό από τα παιδιά, για ν' αποκαλυφθούν όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Η πρώτη περιέγραφε μία φρικιαστική εικόνα της κόλασης, ενώ η δεύτερη προέβλεπε το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και την έναρξη του Δευτέρου. Η τρίτη αποτέλεσε πραγματικό μυστήριο. Επιδιώχθηκε να αποσιωπηθεί από το Βατικανό και όταν αποκαλύφθηκε σχεδόν 80 χρόνια αργότερα, το Πάσχα του 2000, έλαβε διάφορες ερμηνείες, λόγω του διφορούμενου χαρακτήρας της.

Σύμφωνα με την Καθολική Εκκλησία, η τρίτη προφητεία αφορούσε στην απόπειρα δολοφονίας του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β' από τον τούρκο γκρίζο λύκο Μεχμέτ Αλί Αγκτζά, κατά την επέτειο του θαύματος, στις 13 Μαΐου 1981, στην Πλατεία του Αγίου Πέτρου της Ρώμης. Πολλοί, όμως, αμφισβητούν αυτή την ερμηνεία, υποστηρίζοντας ότι η προφητεία περιγράφει ακόμη και το τέλος του κόσμου.

Tο Θαύμα της Φατίμα - Φωτογραφία που δημοσιεύτηκε σε ιταλική εφημερίδα της εποχής.
Ένα χρόνο αργότερα, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β', επισκεπτόμενος το προσκύνημα της Φάτιμα, έγινε στόχος και δεύτερης απόπειρας δολοφονίας, αυτή τη φορά από τον ισπανοβέλγο κληρικό Χουάν Φερνάντεθ ι Κρον, οποίος θεωρούσε τον συγκεκριμένο Πάπα «άνθρωπο της Μόσχας», λόγω των μεταρρυθμίσεων που προωθούσε στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας. Οι δυνάμεις ασφαλείας τον συνέλαβαν, λίγο προτού επιτεθεί με ξιφολόγχη εναντίον του Ποντίφικα.

Το Θαύμα της Φάτιμα δεν έμεινε χωρίς αντίλογο. Συνέβη σε μία περίοδο που οι μασόνοι είχαν μεγάλη επιρροή στην Πορτογαλία και προσπάθησαν να περιορίσουν την εξουσία της Καθολικής Εκκλησίας, ιδίως μετά την αντιμοναρχική Επανάσταση του 1910. Πολλοί αντικληρικαλιστές θεωρούν το Θαύμα της Φατίμα ως μία προσπάθεια της Καθολικής Εκκλησίας να ανακτήσει την απολεσθείσα πολιτική της δύναμη. Στα μέσα της δεκαετίας του '20 ο δικτάτορας Σαλαζάρ ενθάρρυνε το προσκύνημα της Φάτιμα, που μέχρι τότε κινούνταν στην ημιπαρανομία, για να γίνει πολύ γρήγορα ένα από τα τρία Φ που καθορίζουν την Πορτογαλική εθνική ταυτότητα: Φάδο, Φάτιμα και Φούτμπολ.

Μετά το Θαύμα της Φάτιμα, η Λουσία Ντος Σάντος έγινε μοναχή και πέθανε το 2005, σε ηλικία 97 ετών. Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης ζωής της είδε και άλλες φορές την Παναγία. Μετά τον θάνατό της, ο καρδινάλιος Ράτζινγκερ (νυν Πάπας Βενέδικτος ο 16ος) διέταξε να σφραγιστεί ο τάφος της, προκειμένου να ξεκινήσει η διαδικασία αγιοποίησής της. Τα ξαδέλφια της έφυγαν πολύ νωρίς από τη ζωή, θύματα της ισπανικής γρίπης, ο Φρανσίσκο το 1919 σε ηλικία 11 ετών και η Ζασίντα το 1920 σε ηλικία 10 ετών. Τα δύο αδέλφια ανακηρύχθηκαν Όσιοι από τον Πάπα Παύλο Ιωάννη Β' το 1989.

Σήμερα, εκατομμύρια πιστοί συρρέουν κάθε χρόνο στη Φάτιμα για να προσκυνήσουν στο μέρος όπου εμφανίστηκε η Παναγία, αποφέροντας πολύτιμο συνάλλαγμα στην περιοχή. Στο σημείο έχει δημιουργηθεί και μία πηγή, στα νερά της οποίας λέγεται πως όποιος μπει θεραπεύεται από κάθε ασθένεια.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/89

Η Κυρά της Ρω

Η «Κυρά της Ρω» Δέσποινας Αχλαδιώτη

Η «Κυρά της Ρω» Δέσποινας Αχλαδιώτη

Με την προσωνυμία «Κυρά της Ρω» έμεινε στην ιστορία η Ελληνίδα πατριώτισσα Δέσποινα Αχλαδιώτη, η οποία επί σειρά ετών «φύλαγε Θερμοπύλες», υψώνοντας καθημερινά την ελληνική σημαία στη βραχονησίδα Ρω των Δωδεκανήσων.

Γεννημένη το 1890 στο τουρκοκρατούμενο, αλλά ανθηρό οικονομικά Καστελόριζο, εγκαταστάθηκε το 1924 στη βραχονησίδα Ρω, όπου μαζί με τον σύζυγό της Κωνσταντίνο ασχολήθηκε με την κτηνοτροφία. Την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου προσέφερε αξιόλογες υπηρεσίες στις Συμμαχικές Δυνάμεις κατά την ιταλογερμανική κατοχή τής Δωδεκανήσου.

Από το 1943 ύψωνε κάθε πρωί την ελληνική σημαία, την οποία υπέστειλε με τη δύση του ηλίου, συμβάλλοντας στην ανάδειξη των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στη νησίδα αυτή, που βρίσκεται 3 ναυτικά μίλια δυτικά του Καστελορίζου και 3 ναυτικά μίλια από τα μικρασιατικά παράλια.

Για «τον πατριωτισμό της, το θάρρος και την εμμονή στην Ελληνική Ιδέα» τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με βραβείο κατά την πανηγυρική συνεδρία τού σώματος στις 30 Δεκεμβρίου 1975.

Advertisement

Η Δέσποινα Αχλαδιώτη άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο της Ρόδου, στις 13 Μαΐου 1982, σε ηλικία 92 ετών. Η κηδεία της έγινε με τιμές στο Καστελόριζο και η σορός της τάφηκε στη Ρω, κάτω από τον ιστό όπου καθημερινά ύψωνε την ελληνική σημαία. Στην κηδεία, που έγινε δημοσία δαπάνη, παρέστη ο τότε υφυπουργός Εθνικής Άμυνας, Αντώνης Δροσογιάννης.

Προς τιμήν της Κυράς της Ρω, τα ΕΛΤΑ εξέδωσαν τον Ιούλιο του 1983 γραμματόσημο με την προσωπογραφία της.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/biographies/1887

Η Μάχη του Βαλτετσίου

Άγαλμα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο Βαλτέτσι

Άγαλμα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο Βαλτέτσι

Από τις σημαντικότερες μάχες της Ελληνικής Επανάστασης, που άνοιξε τον δρόμο για την άλωση της Τριπολιτσάς (σημερινής Τρίπολης) στις 23 Σεπτεμβρίου 1821. Διεξήχθη στις 12 και 13 Μαΐου του 1821 γύρω από το ορεινό χωριό Βαλτέτσι της Μαντινείας (12 χιλιόμετρα δυτικά της Τριπολιτσάς) και στέφθηκε από τη νίκη των ελληνικών όπλων.

Μετά τη μάχη του Λεβιδίου (14 Απριλίου 1821) και την ήττα των Τούρκων, δημιουργήθηκαν ελληνικά στρατόπεδα στο Βαλτέτσι, το Χρυσοβίτσι και την Πιάνα, με πρωτοβουλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, για τον συντονισμό των πολεμικών επιχειρήσεων που απέβλεπαν στην άλωση της Τριπολιτσάς, του σημαντικότερου οθωμανικού στρατιωτικού και διοικητικού κέντρου της Πελοποννήσου. Ήταν εξαρχής το στρατηγικό σχέδιο του «Γέρου του Μωριά», που κατόρθωσε, με δυσκολία είναι αλήθεια, να το επιβάλει και στους λοιπούς οπλαρχηγούς. Ο ίδιος πηγαινοερχόταν καθημερινά στα τρία στρατόπεδα, επιλύοντας κάθε πρόβλημα που παρουσιαζόταν και ενθαρρύνοντας τα παλληκάρια. «Εκοιμόμουν εις το Βαλτέτσι, εγευμάτιζα στην Πιάνα και εδείπναγα εις το Χρυσοβίτσι» γράφει χαρακτηριστικά στα Απομνημονεύματά του.

Ο Τουρκικός αιφνιδιασμός

Η στρατηγική σημασία του Βαλτετσίου και η ενίσχυση του στρατοπέδου αυτού αποτελούσαν απειλή για τους Τούρκους. Στις 25 Απριλίου 1821 ισχυρές δυνάμεις προερχόμενες από το Ναύπλιο επιτέθηκαν κατά των Ελλήνων. Ο τουρκικός αιφνιδιασμός ανάγκασε τους υπερασπιστές του υπό τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη να αποσυρθούν, με αποτέλεσμα το χωριό να πυρποληθεί. Ο Κολοκοτρώνης, που είχε υποθέσει ότι οι Τούρκοι θα κατευθύνονταν προς ένα άλλο ελληνικό στρατόπεδο στα Βέρβαινα, έσπευσε στο Βαλτέτσι και ανασυγκρότησε το στρατόπεδο.

Για την αμυντική του θωράκιση κατασκευάστηκαν προμαχώνες (ταμπούρια) στους λόφους γύρω από το χωριό και οχυρώθηκαν η εκκλησία και τα λιγοστά σπίτια του χωριού που είχαν απομείνει από την καταστροφή της 25ης Απριλίου. Τον ανατολικό προμαχώνα, στο Χωματοβούνι, κατέλαβαν ο Κυριακούλης και ο Ηλίας Μαυρομιχάλης με τους σκληροτράχηλους Μανιάτες, τον δυτικό ο γηραιός Μητροπέτροβας, ο Δημήτριος Παπατσώνης, ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης, ο Παναγιώτης Κεφάλας και άλλοι Μεσσήνιοι, στον βορειοανατολικό προμαχώνα τοποθετήθηκαν τα αδέλφια Ηλίας και Νικήτας Φλέσσας, ο Αθανάσιος Σώρης και άλλοι Γορτύνιοι οπλαρχηγοί, ενώ στην εκκλησία του χωριού ταμπουρώθηκαν οι Μπουραίοι, ο Ηλίας Τσαλαφατίνος και ο Ιωάννης Κατσανός. Αρχηγός του ελληνικού στρατοπέδου ορίστηκε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης. Ταυτόχρονα, στην Επάνω Χρέπα τοποθετήθηκε σκοπιά για να ειδοποιήσει έγκαιρα με καπνούς ποια θα ήταν η κατεύθυνση των εχθρικών στρατευμάτων.

Advertisement

Από τις 6 Μαΐου 1821 ο κεχαγιάμπεης του Χουρσίτ Πασά, ονόματι Μουσταφ, βρισκόταν στην Τριπολιτσά, προερχόμενος από την Ήπειρο, όπου ο αρχηγός του, διοικητής της Πελοποννήσου, πολεμούσε τον Αλή Πασά, που είχε αυτονομηθεί από τον Σουλτάνο. Εκεί πληροφορήθηκε την ανασύσταση του ελληνικού στρατοπέδου στο Βαλτέτσι και αποφάσισε να δράσει. Είχε ως στόχο πρώτα να διαλύσει το στρατόπεδο στο Βαλτέτσι και στη συνέχεια να καταστείλει την επανάσταση στη Μεσσηνία και να υποτάξει τη Μάνη. Αμέσως μετά θα επέστρεφε νικητής και τροπαιούχος στην Τριπολιτσά, αναμένοντας δόξα και τιμές από τον Σουλτάνο.

Κίνδυνος για την επανάσταση...

Ο Μουσταφάμπεης συγκρότησε ένα άρτιο εξοπλισμένο στρατιωτικό σώμα από 12.000 άνδρες, του οποίου ηγούντο εμπειροπόλεμοι αξιωματικοί. Οι ελληνικές δυνάμεις στο Βαλτέτσι δεν ξεπερνούσαν τους 2.300 άνδρες. Είχαν ελλιπή οπλισμό και αμφίβολη μαχητική ικανότητα. Ο κίνδυνος για την επανάσταση, που μετρούσε κοντά στους δύο μήνες, ήταν προφανής. Ο Μουσταφάμπεης καθυστέρησε για λίγες μέρες την έναρξη των επιχειρήσεων, επειδή πίστευε ότι οι υπερασπιστές του Βαλτετσίου από τον τρόμο τους θα παραδίδονταν και δεν θα χρειαζόταν να ρίξει ούτε μία τουφεκιά. Φήμες, όμως, τον ήθελαν να είναι σφόδρα ερωτευμένος με μια όμορφη χανούμισα από το χαρέμι του Χουρσίτ Πασά και να περνά «καυτές» βραδιές στην Τριπολιτσά.

Τελικά, λίγο πριν από τα χαράματα της 12ης Μαΐου 1821 το πρώτο και κυριότερο σώμα του τουρκικού στρατού με αρχηγό τον τουρκαλβανό Ρουμπή από τα Μπαρδουνοχώρια και αποτελούμενο από τρεις χιλιάδες άνδρες έλαβε κατεύθυνση προς τα βόρεια του Βαλτετσίου, με σκοπό να εμποδίσει την αποστολή βοήθειας από τα στρατόπεδα Πιάνας και Χρυσοβιτσίου. Ακολούθησε ένα δεύτερο σώμα από 2.000 έφιππους και πεζούς που κατευθύνθηκε προς τους Αραχαμίτες, ένα τρίτο που έσπευσε να καταλάβει το Φραγκόβρυσο για να αποκόψει το Βαλτέτσι από το στρατόπεδο των Βερβαίνων, ένα τέταρτο για να βοηθήσει το πρώτο από το Καλογεροβούνι και το πέμπτο σώμα με 3.000 άνδρες, τα ορειβατικά πυροβόλα και τα πολεμοφόδια.

Από το Χρυσοβίτσι ο Κολοκοτρώνης είδε τα σήματα καπνού από την Επάνω Χρέπα, ότι τουρκικός στρατός κατευθύνεται προς το Βαλτέτσι, και με 800 άνδρες έσπευσε στην περιοχή, έχοντας ειδοποιήσει και τον Δημήτριο Πλαπούτα που βρισκόταν στην Πιάνα. Η μάχη στο Βαλτέτσι, εν τω μεταξύ, είχε ανάψει. Ο Ρουμπή με τους άνδρες του προσπαθούσε να περικυκλώσει και να συντρίψει τους οχυρωμένους στον ανατολικό και βορειοανατολικό προμαχώνα. Ο Κολοκοτρώνης, όμως, κατόρθωσε να καταλάβει ένα ύψωμα και άρχισε να χτυπά τους Τούρκους. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας κατέφθασε και ο Πλαπούτας, ο οποίος με τη σειρά του επιτέθηκε εναντίον τους. Η κατάσταση σύντομα άλλαξε και οι άνδρες του Ρουμπή ήταν αυτοί, που κινδύνευαν να εγκλωβιστούν από τους Έλληνες.

Βλέποντας τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι άνδρες του Ρουμπή, ο Μουσταφάμπεης έστειλε δυνάμεις από το Καλογεροβούνι να χτυπήσουν το ταμπούρι των Μανιατών, αλλά χωρίς επιτυχία. Αποτυχημένος ήταν και ο κανονιοβολισμός των ελληνικών θέσεων, αφού οι βόμβες είτε δεν έβρισκαν στόχο, είτε χτυπούσαν τους άνδρες του Ρουμπή. Είχε ήδη βραδιάσει και η μάχη συνεχιζόταν με πείσμα. Ο Κολοκοτρώνης προσπαθούσε να δώσει κουράγιο στους ταμπουρωμένους, λέγοντάς τους ότι αναμένοντας ενισχύσεις 10.000 ανδρών υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

« Στο Βαλτέτσι στο Λεβίδι / πέφτει αλύπητο λεπίδι…»

Αργά το βράδυ η μάχη σταμάτησε, με τους δυο αντιπάλους να διατηρούν τις θέσεις του. Τις πρωινές ώρες της 13ης Μαΐου, ο Κολοκοτρώνης διέσπασε τον τουρκικό κλοιό και ανεφοδίασε τους ταμπουρωμένους με τροφές και πολεμοφόδια. Το ίδιο βράδυ ήλθαν και κάποιες ενισχύσεις από τα Βέρβαινα που δεν ξεπερνούσαν τους 400 άνδρες, με επικεφαλής τους Πέτρο Βαρβιτσιώτη, Δημήτριο Πουλικάκο, Αντώνη Μαυρομιχάλη, Αναγνώστη Κονδάκη και Παναγιώτη Γιατράκο.

Το πρωί η μάχη συνεχίσθηκε με τη σφοδρότητα της προηγουμένης. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι του λαϊκού ποιητή Παναγιώτη Κάλα ή Τσοπανάκου (1789-1825) «… στο Βαλτέτσι στο Λεβίδι / πέφτει αλύπητο λεπίδι…». Οι απόπειρες των Τούρκων να καταλάβουν τους προμαχώνες αποτύγχαναν η μία μετά την άλλη. Ο Μουσταφάμπεης, βλέποντας ότι οι άνδρες του Ρουμπή εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε δυσχερή θέση και πληροφορούμενος ότι επίκεινται νέες ενισχύσεις των Ελλήνων από τους Νικηταρά και Γιάννη Κολοκοτρώνη, διέταξε υποχώρηση όλων των δυνάμεών του.

Οι Έλληνες αναθάρρησαν, βγήκαν από τα ταμπούρια και πήραν στο κυνήγι τους Τούρκους, οι οποίοι υποχωρούσαν άτακτα. Οι απώλειές τους ανήλθαν σε 514 νεκρούς και 635 τραυματίες, οι οποίοι μεταφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της νύχτας στην Τριπολιτσά. Οι απώλειες των Ελλήνων ανήλθαν σε μόλις 4 νεκρούς και 17 τραυματίες. Στα χέρια των Ελλήνων έπεσε και μεγάλος αριθμός πολεμικού υλικού, ικανού να εξοπλίσει 4.000 άνδρες.

Η μάχη στο Βαλτέτσι κράτησε σχεδόν 23 ώρες και ήταν η πρώτη σημαντική νίκη του Αγώνα. Αμέσως μετά τη μάχη, ο Κολοκοτρώνης συγκινημένος μίλησε προς τους νικητές και όπως αναφέρει ο ίδιος στα Απομνημονεύματά του, τους είπε μεταξύ άλλων ότι η ημέρα αυτή πρέπει να καθαγιαστεί με νηστεία όλων και να εορτάζεται η επέτειός της εις «αιώνας αιώνων, έως ου στέκει το έθνος, διότι ήτο η ελευθερία της πατρίδος». Η νίκη στο Βαλτέτσι ενίσχυσε το ηθικό και την αυτοπεποίθηση των Ελλήνων, στοιχεία που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821).

Σχετικά...

Η λαϊκή μούσα τίμησε τη νίκη στο Βαλτέτσι με το ακόλουθο δημοτικό τραγούδι:

Τι έχεις, καημένε κόρακα, που σκούζεις και φωνάζεις;
Μήπως διψάς για αίματα, για τούρκικα κεφάλια;
Πέρασε από τα Τρίκορφα και σύρε στο Βαλτέτσι,
όπου είν' ο τόπος δυνατός και δυνατά ταμπούρια,
εκεί θα βρεις τα αίματα, τα τούρκικα κεφάλια,
Τρία μπαϊράκια κίνησαν από μέσα από τη χώρα,
το ένα πάει στα Τρίκορφα, τ' άλλο στους Αραχαμίτες,
κι αυτός ο Κεχαγιάμπεης πηγαίνει στο Βαλτέτσι.
Ο Κυριακούλης του μιλάει κι ο Μπεζαντές του λέει:
«Πού πας, βρε Κεχαγιάμπεη, τ' Αλή πασά κοπέλι;
Εδώ δεν είναι Κόρινθος, δεν είναι Πέρα Χώρα,
δεν είναι τ' αργίτικα κρασιά, του Μπέλεση τα κριάρια.
Εδώ είν' ορδή Καρύταινας, μανιάτικο ντουφέκι,
Κολοκοτρώνης αρχηγός με το Μαυρομιχάλη».
Αφήστε τα ντουφέκια σας και βγάλτε τα σπαθιά σας
βάλτε τους Τούρκους εμπροστά, σαν πρόβατα, σαν γίδια.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/articles/620