Ετήσια γιορτή, με παγκόσμιο χαρακτήρα των ανθρώπων της μισθωτής εργασίας. Με συγκεντρώσεις και πορείες, η εργατική τάξη βρίσκει την ευκαιρία να προβάλει τα κοινωνικά και οικονομικά της επιτεύγματα και να καθορίσει το διεκδικητικό της πλαίσιο για το μέλλον. Η Πρωτομαγιά είναι απεργία και όχι αργία, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές χώρες του κόσμου.
Η Πρωτομαγιά, ως εργατική γιορτή, καθιερώθηκε στις 20 Ιουλίου 1889, κατά τη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου της Δεύτερης Διεθνούς (Σοσιαλιστικής Διεθνούς) στο Παρίσι, σε ανάμνηση του ξεσηκωμού των εργατών του Σικάγου την 1η Μαΐου 1886, που διεκδικούσαν το οκτάωρο και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Κατέληξε σε αιματοχυσία λίγες μέρες αργότερα, με την επέμβαση της αστυνομίας και των μπράβων της εργοδοσίας.
Την πρώτη Παρασκευή κάθε Μαΐου οι τουμπίστες έχουν την τιμητική τους. Γιορτάζουν τη Διεθνή Ημέρα της Τούμπας, για να αναδείξουν αυτό το ογκώδες πνευστό όργανο, με τον πιο βαθύ ήχο ανάμεσα στα χάλκινα μουσικά όργανα, με τον δευτερεύοντα ρόλο στη συμφωνική ορχήστρα και τα ελάχιστα σολιστικά έργα στο ρεπερτόριό του.
Ο Μπάτμαν (Batman) είναι χάρτινος ήρωας των κόμικς, που γεννήθηκε από το πενάκι του αμερικανού κομίστα Μπομπ Κέιν και την καθοριστική συμβολή του συγγραφέα και σεναριογράφου Μπιλ Φίνγκερ. Πρωτοεμφανίσθηκε στο τεύχος 27 του περιοδικού Detective Comics, που κυκλοφόρησε την 1η Μαΐου 1939. Το περιοδικό ανήκει στην εκδοτική εταιρεία DC Comics, που μας έχει δώσει και άλλους χάρτινους ήρωες με πιο γνωστό τον Σούπερμαν.
Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Μπάτμαν είναι η κουκούλα με τα μεγάλα όρθια αυτιά, το σκούρο εφαρμοστό κοστούμι, η μάσκα στο πρόσωπο και η μακριά κάπα, που τον κάνουν να μοιάζει με νυχτερίδα. Πίσω από τον Άνθρωπο - Νυχτερίδα (Batman στα αγγλικά) κρύβεται το άλτερ έγκο του, ο Μπρους Γουέιν, πλούσιος επιχειρηματίας, πλέι-μπόι και φιλάνθρωπος.
Η πρώτη εμφάνιση του ΜπάτμανΟ Γουέιν μεταμφιέζεται σε Μπάτμαν για να προκαλεί τρόμο στους παράνομους και να καταπολεμά το κακό, με αφορμή τη δολοφονία των γονέων του, στην οποία υπήρξε αυτόπτης μάρτυς. Ο Μπάτμαν/Γουέιν ζει και δρα στην Γκόθαμ Σίτυ (παραφθορά των λέξεων God Damned City = Καταραμένη Πόλη), που πολλοί αναγνωρίζουν το μυθικό ισοδύναμο της Νέας Υόρκης.
Ο Κέιν και ο Φίνγκερ εμπνεύστηκαν τον ήρωά τους από τις ταινίες Η Μάσκα του Ζορό (1920) και The Bat Whispers (1930), από χάρτινους ήρωες της δεκαετίας του '30, όπως ο Ντοκ Σάβατζ και Η Σκιά, αλλά και από τις περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς. Ο Μπάτμαν στην πορεία του χρόνου υπέστη διάφορες μεταμορφώσεις. Στην αρχή ήταν ένας σκοτεινός ήρωας, που δεν δίσταζε να σκοτώνει για να καταπολεμήσει το κακό. Στη δεκαετία του '60, όταν επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο, λόγω τηλεόρασης, ο χαρακτήρας του αμβλύνθηκε για να γίνει πιο θετικός στα μικρά παιδιά.test
append
Γύρω από τον Μπάτμαν ζουν και κινούνται διάφοροι χαρακτήρες, καλοί και κακοί. Στους συνεργάτες του περιλαμβάνονται ο βοηθός του Ρόμπιν, ο μπάτλερ του Άλφρεντ, ο αρχηγός της Αστυνομίας Τζιμ Γκόρντον, άλλοτε εχθρός του, η Μπάτγκερλ, η Μπατγούμαν και άλλοι. Στους κακούς εξέχουσα θέση κατέχουν η Κατγούμαν και ο Τζόκερ. Σε αντίθεση με τους άλλους χάρτινους υπερήρωες, ο Μπάτμαν δεν διακρίνεται για τις υπερφυσικές του δυνάμεις. Χρησιμοποιεί στο έπακρο τη σωματική του ρώμη, αλλά περισσότερο το μυαλό και τις αναλυτικές του ικανότητες, την επιστήμη και την τεχνολογία.
Ο Μπάτμαν γνώρισε αμέσως μεγάλη επιτυχία. Έγινε ένας από τους πιο διάσημους και αναγνωρίσιμους ήρωες των κόμικς και αξιοποιήθηκε δεόντως από όλα τα μέσα. Στις 15 Απριλίου 1943 έκανε το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη, αλλά έπρεπε να περιμένει έως τα τέλη της δεκαετίας του '80 για να αξιοποιηθεί κινηματογραφικά από τον σπουδαίο αμερικανό σκηνοθέτη Τιμ Μπάρτον. Η ομώνυμη ταινία έκανε πρεμιέρα στις 23 Ιουνίου 1989, με τον Μάικλ Κίτον στο ρόλο του Ανθρώπου - Νυχτερίδα και τον Τζακ Νίκολσον στο ρόλο του Τζόκερ. Ο Μπάρτον επανέφερε τον Μπάτμαν στις σκοτεινές του ρίζες, όπως είχε πράξει τρία χρόνια νωρίτερα ο σημαντικός κομίστας Φρανκ Μίλερ (Daredevil, Sin City, 300) στη σειρά Μπάτμαν: Ο σκοτεινός ιππότης επιστρέφει (εκδόσεις Πάρα Πέντε).
Η κονσέρβα που έδωσε το όνομά της στα ανεπιθύμητα ηλεκτρονικά μηνύματα
Ως Spam χαρακτηρίζονται να ανεπιθύμητα διαφημιστικά μηνύματα που αποστέλλονται μαζικά μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Το πρώτο καταγεγραμμένο μήνυμα spam εστάλη την 1η Μαΐου 1978 σε περίπου 400 παραλήπτες στη δυτική ακτή των ΗΠΑ, εκ μέρους του κατασκευαστή ηλεκτρονικών υπολογιστών DEC, που πλέον έχει κλείσει.
Η λέξη spam δεν σημαίνει κάτι στα αγγλικά. Τα «ανεπίκλητα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου» πήραν το όνομά τους από την ομώνυμη κονσέρβα κρέατος της αμερικανικής εταιρείας τροφίμων Hormel
Τα βαφτίσια του spam έγιναν σε ένα σκετς της βρετανικής τηλεοπτικής εκπομπής Το Ιπτάμενο Τσίρκο των Μόντι Πάιθον, στο οποίο μία ομάδα Βίκινγκς βρίσκεται σε ένα εστιατόριο που σερβίρει όλα τα πιάτα με spam και επαναλαμβάνει τραγουδιστά το όνομα της κονσέρβας. Αυτό είναι και το νόημα του όρου: κάτι που επαναλαμβάνεται και επαναλαμβάνεται και προκαλεί μεγάλη ενόχληση.
Αυτό που έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια είναι η μεθοδολογία του spam. Στις 12 Απριλίου 1994 ενεργοποιήθηκε το πρώτο πρόγραμμα μαζικής αποστολής ανεπιθύμητων e-mail. To χρησιμοποίησε ένας αμερικανός δικηγόρος ονόματι Λόρενς Κάντερ για να διαφημίσει τις υπηρεσίας του. Σήμερα, η μαζική αποστολή μηνυμάτων γίνεται αυτόματα μέσω των λεγόμενων botnets, δικτύων από μολυσμένους υπολογιστές ανυποψίαστων χρηστών. Υπολογίζεται ότι το 30% των υπολογιστών χωρίς επαρκή προστασία μέσω αντιικών προγραμμάτων έχει μολυνθεί από κακόβουλο λογισμικό που μετατρέπει το σύστημα σε αναμεταδότη διαφημιστικών μηνυμάτων.
Σύμφωνα με την εταιρεία υπολογιστικής ασφάλειας Sophos, το 12% των χρηστών του Διαδικτύου έχουν αγοράσει κάτι που τους προσέφεραν μέσω spam.
Πάμπλουτος ελληνορώσος γαιοκτήμονας, πολιτικός και εθνικός ευεργέτης.
Ο Γρηγόριος Μαρασλής (Γκριγκόρι Γκριγκόριεβιτς Μαραζλί στα ρωσικά) γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου 1831 στην Οδησσό της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (νυν Ουκρανίας) και ήταν γιος του μεγαλεμπόρου Γρηγορίου Μαρασλή (1780-1851), εκ των πρώτων οικιστών της Οδησσού, και της Ζωής Θεοδωρίδη (1793-1869). Η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από το Μαράς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (σημερινά Μαράσια Έβρου), εξ ου και το επώνυμο Μαρασλής
Σπούδασε στο Λύκειο Ρισελιέ της Οδησσού και στη συνέχεια στο Παρίσι. Μετά την επάνοδό του στην Οδησσό διορίστηκε ανώτερος δημόσιος υπάλληλος με τον τίτλο του αυτοκρατορικού μυστικοσυμβούλου και από το 1878 χρημάτισε επί 16 χρόνια δήμαρχος Οδησσού. Ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα και με το πολυποίκιλο έργο του κατέστησε την πόλη μία από τις ομορφότερες της Ευρώπης. Ο ηλεκτροφωτισμός, το τραμ, το δημοτικό μικροβιολογικό εργαστήριο, η δημοτική βιβλιοθήκη, το μουσείο καλών τεχνών, ο βοτανικός κήπος, τα δημοτικά εκπαιδευτήρια, το πτωχοκομείο, το γηροκομείο, τα μηχανικά πλυντήρια, το εστιατόριο των ορφανών παιδιών, το δημοτικό «άσυλο ύπνου» είναι μερικά από τα έργα που πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια της δημαρχίας του, συχνά με δικά του έξοδα από την αμύθητη περιουσία του.
Ισόβιος πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας της Οδησσού, την προίκισε με γηροκομείο και με πολλές χρηματικές δωρεές για την κάλυψη των αναγκών της. Με δικές του δαπάνες ίδρυσε εκπαιδευτήρια στην Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα, τη Φιλιππούπολη (σημερινό Πλόβντιβ Βουλγαρίας), στην Κέρκυρα, τη Θεσσαλονίκη και αλλού, συμβάλλοντας πολύ στην πνευματική και εκπαιδευτική ανάπτυξη ιδιαίτερα του υπόδουλου Ελληνισμού.
Με την προτροπή τού διευθυντή της Ελληνικής Σχολής Οδησσού, Λύσανδρου Χατζηκώνστα, συστήθηκε στην Αθήνα εκδοτικός οργανισμός «Βιβλιοθήκη Μαρασλή», ο οποίος προέβη στην έκδοση σπουδαίων πρωτοτύπων ή μεταφρασμένων επιστημονικών, φιλολογικών και ιστορικών έργων, που συνέβαλαν σημαντικά στην ώθηση της πνευματικής κίνησης, του στοχασμού και της διδασκαλίας.
Με δική του δωρεά χτίστηκε και εξοπλίστηκε τριώροφο κτίριο για να στεγάσει από το 1905 το Διδασκαλείο Αθηνών και μετέπειτα την Παιδαγωγική Ακαδημία για τη μόρφωση των δασκάλων. Είναι το γνωστό «Μαράσλειο», που βρίσκεται πίσω από το νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» και σήμερα στεγάζει τα πειραματικά δημοτικά σχολεία του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και δύο Γυμνάσια.
Το 1903 δώρισε το ποσό των 250.000 χρυσών δραχμών, με σκοπό την ίδρυση στην Αθήνα της «Εμπορικής Ακαδημίας αναλόγου προς τας εν τη αλλοδαπή λειτουργούσας Εμπορικάς Ακαδημίας». Η σχολή (το σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρώην ΑΣΟΕΕ) επρόκειτο να εγκατασταθεί σε κτίριο που κατασκευάστηκε επί της οδού Βασιλίσσης Σοφίας στην Αθήνα. Όμως, η επελθούσα Μικρασιατική Καταστροφή και συρροή χιλιάδων προσφύγων στην πρωτεύουσα, δημιούργησε την ανάγκη ενός επιπλέον νοσηλευτικού ιδρύματος. Έτσι, στο κτίριο λειτούργησε το Προσφυγικό Νοσοκομείο, το σημερινό «Ιπποκράτειο».
Για την πολυσχιδή δημόσια και κοινωνική του δραστηριότητα, τόσο κατά τη διάρκεια της θητείας του ως δημάρχου (1878-95), όσο και μεταγενέστερα, τιμήθηκε με τις ανώτερες διακρίσεις της Ρωσίας, της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Σερβίας, του Μαυροβουνίου, της Τουρκίας, του Βασιλείου του Σιάμ (σημερινής Ταϊλάνδης) κ.α.
Ο Γρηγόριος Μαρασλής πέθανε την 1η Μαΐου 1907 στην έπαυλή του στην Οδησσό. Ο θρύλος λέει ότι έπαθε καρδιακή ανακοπή, κατά τη διάρκεια ενός γεύματος κι έπεσε με τα μούτρα μέσα σ’ ένα πιάτο με μαύρο χαβιάρι. Μετά το θάνατό του και την εκδήλωση της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917 στη Ρωσία, η χήρα του Μαρία κατέφυγε στην Αθήνα πάμπτωχη και κατόπιν ενεργειών του καθηγητή της ΑΣΟΕΕ Γεωργίου Χαριτάκη της χορηγήθηκε τιμητική σύνταξη μέχρι το θάνατό της το 1935.
Έλληνας πολιτικός και ποιητής, κορυφαία μορφή του αντιδικτατορικού αγώνα. Στις 13 Αυγούστου 1968 αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, συνελήφθη και βασανίσθηκε απάνθρωπα. Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας εξελέγη βουλευτής με την ΕΚΝΔ.
Ο Αλέξανδρος Παναγούλης γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου 1939 στη Γλυφάδα Αττικής και ήταν το δεύτερο παιδί του αξιωματικού του στρατού Βασιλείου Παναγούλη και της Αθηνάς Κακαβούλη
Ως φοιτητής στο τμήμα Ηλεκτρολόγων - Μηχανολόγων του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου αναδείχθηκε ηγετικό στέλεχος του φοιτητικού κινήματος και το 1963 έλαβε μέρος στο Α' Παμφοιτητικό Συνέδριο ως εκπρόσωπος της σχολής του. Ήταν μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της ΟΝΕΚ (της νεολαίας της Ενώσεως Κέντρου) και ιδρυτικό στέλεχος της μετεξέλιξής της σε ΕΔΗΝ. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974 διετέλεσε γενικός γραμματέας της ΕΔΗΝ, νεολαίας πλέον της ΕΚΝΔ.
Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου πέρασε αμέσως στην παράνομη δράση κατά της χούντας των συνταγματαρχών, αφού πρώτα λιποτάκτησε (27 Μαΐου) από το στρατό, όπου υπηρετούσε τη θητεία του. Τον ακολούθησε τον Αύγουστο και ο αδελφός του Γεώργιος Παναγούλης, υπολοχαγός των ΛΟΚ, ο οποίος κατέφυγε στο Ισραήλ, συνελήφθη κι εκδόθηκε στην Ελλάδα, αλλά κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του στην Ελλάδα με πλοίο, χάθηκαν τα ίχνη του και από τότε θεωρείται αγνοούμενος.
Ο Αλέκος Παναγούλης ήταν ο ουσιαστικός ηγέτης της οργάνωσης «Εθνική Αντίσταση» και ο αρχηγός του ΛΑΟΣ (Λαϊκός Αντιστασιακός Οργανισμός Σαμποτάζ), που ήταν η πιο δυναμική ομάδα της οργάνωσης. Μετά τη λιποταξία του, κατέφυγε μυστικά για μικρό διάστημα στην Κύπρο και, μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, οργάνωσε την περίφημη απόπειρα δολοφονίας του αρχηγού της δικτατορίας, Γεωργίου Παπαδόπουλου, την οποία και επιχείρησε στις 13 Αυγούστου 1968 στη λεωφόρο Αθηνών - Σουνίου, κοντά στο Λαγονήσι, όπου η πολυτελής βίλα στην οποία διέμενε ο δικτάτορας.
Η απόπειρα έγινε με υπονόμευση του δρόμου και την πυροδότηση έκανε ο ίδιος ο Παναγούλης. Η αποτυχία του εγχειρήματος οφειλόταν σε έλλειψη συντονισμού. Ο Παναγούλης συνελήφθη κρυμμένος στα βράχια της παραλίας και οδηγήθηκε στο κρατητήριο της ΕΣΑ, όπου βασανίστηκε με απάνθρωπη σκληρότητα για να καταδώσει τους συνεργάτες του. Άντεξε με απαράμιλλη γενναιότητα τα βασανιστήρια, χωρίς να ομολογήσει απολύτως τίποτε.
Όπως σημειώνει η ιταλίδα δημοσιογράφος Οριάνα Φαλάτσι στη συνέντευξή της με τον Αλέξανδρο Παναγούλη μετά την απελευθέρωσή του, η ενέργειά του αυτή του ήταν μία πολιτική πράξη εναντίον της δικτατορίας. «Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο» της είπε.
Στις 17 Νοεμβρίου 1968 καταδικάσθηκε σε θάνατο από το Στρατοδικείο Αθηνών και σε ποινές φυλάκισης 11 συγκατηγορούμενοί του, μέλη της οργάνωσης «Εθνική Αντίσταση», ανάμεσα στα οποίους οι μετέπειτα υπουργοί του ΠΑΣΟΚ Λευτέρης Βερυβάκης και Στάθης Γιώτας. Η θανατική ποινή δεν εκτελέστηκε, χάρη στην κινητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης (διαμαρτυρίες κομμάτων και οργανώσεων, λαϊκές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας σε όλο τον κόσμο, διαβήματα κυβερνήσεων, εκκλήσεις προσωπικοτήτων όπως του Πάπα Παύλου του 6ου και του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Ου Θαντ).
Παρέμεινε, ωστόσο, για πέντε χρόνια έγκλειστος στις στρατιωτικές φυλακές Μπογιατίου. Στις 5 Ιουνίου 1969 δραπέτευσε μαζί με τον δεσμοφύλακά του Γιώργο Μωράκη, αλλά συνελήφθη μετά τρεις ημέρες, προδομένος από έναν εξάδελφό του, ο οποίος εισέπραξε την αμοιβή της επικήρυξής του. Κλείστηκε στην απομόνωση στις φυλακές Μπογιατίου, απ’ όπου επιχείρησε ακόμη δύο φορές να δραπετεύσει, δείχνοντας έτσι τις ακατάλυτες δυνάμεις που έκρυβε μέσα του. Η περήφανη και ασυμβίβαστη στάση του έναντι στους στρατοδίκες της χούντας και τους βασανιστές του τον ανέδειξαν σε ηρωική μορφή τού αντιδικτατορικού αγώνα. Ο ηρωισμός του και η ανδρεία του αναγνωρίστηκαν και από τους ίδιους τους βασανιστές του.
Τον Αύγουστο του 1973, στο πλαίσιο των μέτρων φιλελευθεροποίησης του δικτατορικού καθεστώτος, επωφελήθηκε της γενικής αμνηστίας που χορηγήθηκε στους πολιτικούς κρατούμενους και αυτοεξορίστηκε στη Φλωρεντία, όπου φιλοξενήθηκε από τη σύντροφο και βιογράφο του Οριάνα Φαλάτσι (1929 - 2006). Του μέτρου επωφελήθηκε και ο μικρός του αδελφός Στάθης Παναγούλης, που ακολούθησε πολιτική καριέρα στη μεταπολίτευση (ΠΑΣΟΚ, ΕΣΠΕ, ΚΚΕ, Συνασπισμός, Πολιτική Άνοιξη, ΔΗΚΚΙ, ΣΥΡΙΖΑ).
Στις πρώτες μεταπολιτευτικές εκλογές του Νοεμβρίου του 1974, ο Αλέκος Παναγούλης εξελέγη βουλευτής στη Β' Αθηνών με το κόμμα τής Ενώσεως Κέντρου - Νέων Δυνάμεων (ΕΚΝΔ), διάδοχο σχήμα της προδικτατορικής Ενώσεως Κέντρου (ΕΚ). Αρνήθηκε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, για τον οποίον είχε αρνητική γνώμη. Τον Απρίλιο του 1976 διαφώνησε με την πολιτική τού κόμματός του κι έγινε ανεξάρτητος.
Την Πρωτομαγιά του 1976 βρήκε τραγικό θάνατο κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, στο ύψος του Αγίου Δημητρίου, όταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε εξετράπη της πορείας του κι έπεσε σ’ ένα υπόγειο κατάστημα. Ο Τύπος της εποχής έγραψε ότι κάποιοι ήθελαν να τον βγάλουν από τη μέση, επειδή είχε στην κατοχή του απόρρητα έγγραφα της δικτατορίας που έδειχναν τις σχέσεις γνωστών πολιτικών προσώπων της μεταπολιτευτικής περιόδου με τη δικτατορία. Τίποτα, όμως, δεν αποδείχθηκε και τα δημοσιεύματα παρέμειναν στο επίπεδο της εικασίας.
Η κηδεία του έγινε στις 5 Μαΐου στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας και την παρακολούθησε πλήθος κόσμου. Το σεντόνι που σκέπαζε το φέρετρο ήταν κεντημένο από τα χέρια της ηρωίδας μάνας του και σε μία ταινία γραφόταν: «Ο Αλέξανδρος Παναγούλης καταδικάσθηκε σε θάνατο γιατί έψαξε την ελευθερία. Το 1976 πέθανε γιατί έψαξε την αλήθεια και τη βρήκε».
Ο Αλέκος Παναγούλης άφησε πίσω του δυο ποιητικές συλλογές: «Άλλοι θ’ ακολουθήσουν», που βραβεύθηκε με το Διεθνές Βραβείο του Βιαρέτζιο και «Μέσα από φυλακή σας γράφω στην Ελλάδα», που τιμήθηκε με το Λογοτεχνικό Βραβείο της Αντιφασιστικής Αντίστασης στην Ιταλία. Πολλά από τα ποιήματά του γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του.
Ο 18χρονος μαθητής Σιδέρης (Ισίδωρος) Ισιδωρόπουλος, μέλος της οργάνωσης «Κ.Ο. Μαχητής» έχασε τη ζωή του την Πρωτομαγιά του 1976. Την προηγουμένη είχε παρασυρθεί από ένα αυτοκίνητο στην οδό Πειραιώς, στην προσπάθειά του να αποφύγει τους αστυνομικούς που τον καταδίωκαν για παράνομη αφισοκόλληση. Οι αντιεξουσιαστές τον θεωρούν ως το πρώτο θύμα της Μεταπολίτευσης.
Ο νεαρός ήταν μέλος της «Μαθητικής Πρωτοπορίας» και της κομουνιστικής οργάνωσης «Μαχητής», μιας ομάδας της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, που είχε ιδρυθεί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας από μέλη της ΕΔΑ και της Νεολαίας Λαμπράκη. Τις απογευματινές ώρες της 30ης Απριλίου, μαζί με τον ομοϊδεάτη του Στυλιανό Μπογιατζή, τοιχοκολλούσε αφίσες στην οδό Πειραιώς για τη συγκέντρωση οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, που ήταν προγραμματισμένη για την επομένη, στο πλαίσιο της Εργατικής Πρωτομαγιάς, αλλά είχε απαγορευτεί από την αστυνομία
Τους αντιλήφθηκε μία αστυνομική περίπολος και τους καταδίωξε. Ο Σιδέρης κατέβηκε στο οδόστρωμα της οδού Πειραιώς και με σλάλομ ανάμεσα στα διερχόμενα αυτοκίνητα προσπάθησε να ξεφύγει από τους διώκτες του. Όμως για κακή του τύχη ένα ιδιωτικό αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ΒΒ-4347 και οδηγό τον Ιωάννη Δικαιάκο τον παρέσυρε και τον τραυμάτισε βαριά, στη διασταύρωση των οδών Πειραιώς και Δεληγεώργη. Διακομίστηκε σε νοσοκομείο, όπου άφησε την τελευταία του πνοή, ανήμερα την Πρωτομαγιά. Η κηδεία του έγινε την επομένη στο νεκροταφείο των Σουρμένων σε κλίμα οδύνης, αλλά και αγωνιστικού παλμού από εκατοντάδες ομοϊδεάτες του.
Στις 4 Μαΐου η Κ.Ο. Μαχητής και άλλες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς οργάνωσαν μαχητική διαδήλωση στη μνήμη του. Σε 8.000 υπολογίστηκαν οι συγκεντρωμένοι στο Πολυτεχνείο, οι οποίοι πορεύθηκαν διαμέσου των οδών Πατησίων, Αιόλου, Σταδίου και Βασιλέως Γεωργίου κι έφθασαν μπροστά από τη Βουλή. Επιχείρησαν να καταθέσουν ένα κόκκινο στεφάνι και μία μεγάλη φωτογραφία του Σιδέρη στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, αλλά δεν τους επετράπη από την αστυνομία, η οποία είχε αποκλείσει με δυνάμεις της το χώρο του κοινοβουλίου. Οι συγκεντρωμένοι παρέμειναν στην Πλατεία Συντάγματος επί τρίωρο και στη συνέχεια διαλύθηκαν ήσυχα.
Τα συνθήματα που ακούστηκαν στη διαδήλωση ήταν: «Κάτω η Νέα Τρομοκρατία», «Σιδέρη ζεις, εσύ μας οδηγείς», «Πέτρουλας,Λαμπράκης, Παναγούλης, Σιδέρης, ένας στο χώμα χιλιάδες στον αγώνα», «Έπεσε για την Κοτζιά, την Πρωτομαγιά» και «Έξω οι Αμερικάνοι».
Στις 18 Μαΐου ο πατέρας του Σιδέρη, Δημήτρης Ισιδωρόπουλος, υπέβαλε μήνυση κατ’αγνώστων αστυνομικών για ανθρωποκτονία από πρόθεση, η οποία δεν ευδοκίμησε.
Στιγμιότυπο από την κηδεία του Χρήστου Λαδά, με το φέρετρο τοποθετημένο σε κιλλίβαντα πυροβόλου.
Μεσούντος του Εμφυλίου Πολέμου, ο 22χρονος κομουνιστής Ευστράτιος Μουτσογιάννης δολοφονεί, την Πρωτομαγιά του 1948, τον υπουργό Δικαιοσύνης Χρήστο Λαδά, έξω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καρύκη (Καρύτση), στο κέντρο της Αθήνας.
Η δράση του Χρήστου Λαδά
Ο 57χρονος Χρήστος Λαδάς ήταν δικηγόρος κι εκλεγόταν βουλευτής επί σειρά ετών με τη σημαία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Πάγκαλου είχε υπερασπιστεί στα δικαστήρια κομουνιστές, που κατηγορούνταν για εσχάτη προδοσία εξαιτίας της θέσης του ΚΚΕ για αυτονόμηση της Μακεδονίας
Ο υπουργός Δικαιοσύνης, Χρήστος Λαδάς
Προπολεμικά είχε διατελέσει υφυπουργός Συγκοινωνίας (1930-1932), σε μία από τις κυβερνήσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1947 ορκίστηκε υπουργός Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση συνεργασίας «Λαϊκών» και «Φιλελευθέρων» με πρωθυπουργό τον βετεράνο φιλελεύθερο πολιτικό Θεμιστοκλή Σοφούλη. Στόχος αυτού του κυβερνητικού σχήματος, που είχε τις ευλογίες των Αμερικανών, ήταν η εφαρμογή του Δόγματος Τρούμαν και η συντριβή της κομμουνιστικής ανταρσίας.
Ο Λαδάς κατά τη διάρκεια της σύντομης θητείας του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης υπήρξε απηνής διώκτης των κομουνιστών. Εισηγήθηκε τον νόμο 509/47 «Περὶ μέτρων ασφαλείας του Κράτους, του πολιτεύματος, του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών»», που έστειλε στο εκτελεστικό απόσπασμα εκατοντάδες κομουνιστές, ενώ ο ίδιος είχε βάλει την υπογραφή του για την εκτέλεση σημαντικού αριθμού κομουνιστών. Έτσι, ο αιγινήτης πολιτικός είχε μπει στο στόχαστρο του ΚΚΕ.
Η δολοφονία του Χρήστου Λαδά
Το πρωί του Μεγάλο Σαββάτου, ημέρα της Πρωτομαγιάς, ο Χρήστος Λαδάς εξήλθε της οικίας του και μετέβη τον παρακείμενο ναό του Αγίου Γεωργίου Καρύκη (Καρύτση), όπου τελούνταν η λειτουργία της Πρώτης Ανάστασης, για να ανάψει ένα κερί. Μόλις εκτέλεσε το θρησκευτικό του καθήκον βγήκε από την εκκλησία και κατευθύνθηκε στο υπηρεσιακό του αυτοκίνητό του, μία μαύρη αμερικανική λιμουζίνα μάρκας «Μπιούικ» για να μεταβεί στο υπουργείο.
Καθ’ ην στιγμήν το υπουργικό αυτοκίνητο διήρχετο με χαμηλή ταχύτητα μπροστά από την είσοδο του φιλολογικού συνδέσμου «Παρνασσός», ένας νεαρός έτρεξε πίσω του και πέταξε μία χειροβομβίδα, η οποία, αφού τρύπησε το τζάμι, έπεσε στην πίσω θέση, όπου καθόταν ο Λαδάς.
Η έκρηξη ήταν τρομακτική και προκάλεσε τον βαρύ τραυματισμό του υπουργού, ο οποίος εξέπνευσε το βράδυ της ίδιας ημέρας στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού.
Ο δράστης, φορώντας στολή σμηνίτη της Πολεμικής Αεροπορίας για κάλυψη, προσπάθησε να χαθεί στα γύρω στενοσόκακα της περιοχής, αλλά έγινε αντιληπτός από πολίτες και από προσδραμόντες αστυνομικούς, οι οποίοι τον καταδίωξαν, τον πυροβόλησαν και τον τραυμάτισαν στον θώρακα.
Στην προσπάθειά του να διαφύγει έριξε μία χειροβομβίδα κατά των διωκτών του, με αποτέλεσμα ένας αστυφύλακας να σκοτωθεί, δύο να τραυματισθούν, καθώς κι ένας διαβάτης. Τελικά, ο Μουτσογιάννης συνελήφθη από ένα στρατιώτη, αφού προηγουμένως είχε ρίξει εναντίον του μία ακόμη χειροβομβίδα, η οποία δεν εξερράγη.
Ο δράστης διακομίσθηκε και αυτός στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού για νοσηλεία. Εκεί, ένας αστυνομικός, μεταμφιεσμένος σε γιατρό, κέρδισε την εμπιστοσύνη του και ο Μουτσογιάννης, αφού του αποκάλυψε την ταυτότητά του, παραδέχθηκε ότι ήταν μέλος της διαβόητης ΟΠΛΑ και ενεργούσε κατ’ εντολήν του ΚΚΕ.
Τα επακόλουθα της δολοφονίας του Χρήστου Λαδά
Η δολοφονία του Χρήστου Λαδά προκάλεσε την άμεση και σκληρή αντίδραση της κυβέρνησης Σοφούλη. Την ίδια ημέρα επεβλήθη στρατιωτικός νόμος στην Αθήνα και την Τρίτη του Πάσχα (4 Μαΐου), τουλάχιστον 150 κομουνιστές, καταδικασμένοι, σε θάνατο, εκτελέστηκαν ανά τη χώρα.
O εκτελεστής του Χρήστου Λαδά, Ευστράτιος Μουτσογιάννης, χτυπημένος στο οδόστρωμα.
Στις 17 Ιουνίου 1948 άρχισε η δίκη του Ευστράτιου Μουτσογιάννη και επτά συνεργών του στο Στρατοδικείο Αθηνών. Τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 21 Ιουνίου, εκδόθηκε η απόφαση, σύμφωνα με την οποία ο Μουτσογιάννης και ο Διονύσιος Καμπανίδης καταδικάστηκαν σε ισόβιο κάθειρξη, επειδή επέδειξαν μεταμέλεια και βοήθησαν τις αρχές στη διαλεύκανση της υπόθεσης. Οι υπόλοιποι έξι καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν στις 25 Ιουνίου στο Γουδή.
Ο Μουτσογιάννης παρέμεινε στη φυλακή έως το 1964, οπότε αποφυλακίστηκε με τα μέτρα επιεικείας της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου. Μέχρι το 2007 ζούσε, οπότε σε μία συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή» εξιστόρησε την προσωπική του περιπέτεια.
Σχετικά
Στη μνήμη του δολοφονηθέντος πολιτικού, ένας δρόμος στο κέντρο της Αθήνας, όπου βρισκόταν η οικία του, φέρει το όνομά του («οδός Χρήστου Λαδά»).
Σπουδαίος και πολυγραφότατος Έλληνας ποιητής, με διεθνή απήχηση, που ανήκει στη λεγόμενη «γενιά του ‘30. Το 1975 προτάθηκε για το Νόμπελ Λογοτεχνίας...
Γιάννης Ρίτσος (1909 – 1990)
Σπουδαίος και πολυγραφότατος έλληνας ποιητής, με διεθνή απήχηση, που ανήκει στη λεγόμενη «γενιά του ‘30. Ο «Επιτάφιος», η «Ρωμιοσύνη» και η «Σονάτα υπό το Σεληνόφως» είναι τρία από τα πιο γνωστά έργα του. Το 1975 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την πρωτομαγιά του 1909. Ήταν το μικρότερο από τα τέσσερα παιδιά του μεγαλοκτηματία Ελευθέριου Ρίτσου και της Ελευθερίας Βουζουναρά. Τα τρία μεγαλύτερα αδέλφια του ήταν η Νίνα (1898-1970), ο Μίμης (1899-1921) και η Λούλα (1908- 1995).
Το 1919 αποφοίτησε από το Σχολαρχείο της Μονεμβασιάς και το 1921 γράφτηκε στο Γυμνάσιο του Γυθείου. Την ίδια χρονιά πέθαναν ο αδερφός του Μίμης και η μητέρα του Ελευθερία, και οι δύο από φυματίωση. Το 1924 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων» με το ψευδώνυμο «Ιδανικόν Όραμα».
Το 1925 ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Γύθειο και έφυγε με την αδερφή του Λούλα για την Αθήνα. Είχε προηγηθεί η οικονομική καταστροφή του πατέρα του κι έτσι ο ποιητής αναγκάστηκε να εργαστεί για τα προς το ζην, αρχικά ως δακτυλογράφος και στη συνέχεια ως αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα. Το 1926 προσβλήθηκε και ο ίδιος από φυματίωση και επέστρεψε στη Μονεμβασιά ως το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, οπότε γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς να μπορέσει ποτέ να φοιτήσει. Συνέχισε να εργάζεται ως βοηθός βιβλιοθηκαρίου και γραφέας στο Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας.
Τον Ιανουάριο του 1927 νοσηλεύτηκε στην κλινική Παπαδημητρίου και τον επόμενο μήνα στο σανατόριο «Σωτηρία», όπου έμεινε τελικά για τρία χρόνια. Στη «Σωτηρία» ο Ρίτσος γνωρίστηκε με τη Μαρία Πολυδούρη και με μαρξιστές και διανοούμενους της εποχής του, ενώ παράλληλα έγραψε κάποια ποιήματά του που δημοσιεύτηκαν στο φιλολογικό παράρτημα της Εγκυκλοπαίδειας «Πυρσός». Από το φθινόπωρο του 1930 και για ένα χρόνο έζησε στα Χανιά, αρχικά στο φθισιατρείο της Καψαλώνας και μετά από προσωπική του καταγγελία των άθλιων συνθηκών ζωής που επικρατούσαν εκεί σε τοπική εφημερίδα, μεταφέρθηκε μαζί με όλους τους τρόφιμους στο σανατόριο Άγιος Ιωάννης.
Τον Οκτώβριο του 1931 επέστρεψε στην Αθήνα κι ανέλαβε τη διεύθυνση του καλλιτεχνικού τμήματος της Εργατικής Λέσχης. Εκεί σκηνοθέτησε και συμμετείχε σε παραστάσεις. Η υγεία του βελτιώθηκε σταδιακά, το ίδιο και τα οικονομικά του με τη βοήθεια της αδερφής του Λούλας, που είχε στο μεταξύ παντρευτεί και φύγει για την Αμερική. Τον επόμενο χρόνο, ο πατέρας του μπήκε στο Ψυχιατρείο στο Δαφνί (όπου πέθανε το 1938) και πέντε χρόνια αργότερα τον ακολούθησε η Λούλα, η οποία πήρε εξιτήριο το 1939.
Το 1933 συνεργάστηκε με το αριστερό περιοδικό «Πρωτοπόροι» και για τέσσερα χρόνια ως ηθοποιός με τους θιάσους Ζωζώς Νταλμάς, Ριτσιάρδη, Παπαϊωάννου και Μακέδου. Το 1934 άρχισε να αρθρογραφεί από τις στήλες του Ριζοσπάστη κι εξέδωσε την πρώτη του συλλογή με τίτλο «Τρακτέρ» με το ψευδώνυμο Σοστίρ (αναγραμματισμό του επιθέτου του). Τον ίδιο χρόνο έγινε μέλος του ΚΚΕ, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι το θάνατό του. Το 1935 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Πυραμίδες» και προσλαμβάνεται ως επιμελητής κειμένων στις εκδόσεις «Γκοβόστη».
Στις 9 Μαΐου 1936 γίνονται στη Θεσσαλονίκη αιματηρές ταραχές, κατά τη διάρκεια της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας. Την επομένη, ο Ρίτσος βλέπει στο «Ριζοσπάστη» τη φωτογραφία μιας μάνας να θρηνεί το νεκρό παιδί της και παίρνει αφορμή για να γράψει ένα από πιο δημοφιλή ποίηματά του, τον «Επιτάφιο», που εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα. Με τη δικτατορία Μεταξά (1936-1940) τα τελευταία 250 καίγονται στους στύλους του Ολυμπίου Διός.
Το 1937 νοσηλεύτηκε στο σανατόριο της Πάρνηθας και τον ίδιο χρόνο, συγκλονισμένος από την αρρώστια της πολυαγαπημένης του αδελφής Λούλας, γράφει την ποιητική σύνθεση «Το τραγούδι της αδελφής μου», ένα από τα ωραιότερα λυρικά της νεοελληνικής ποίησης. Ο Κωστής Παλαμάς, εντυπωσιασμένος από το ποίημα, έγραψε τους στίχους - εγκώμιο για τον Ρίτσο:
Γρήγορο αργοφλοίβισμα της γαλάζιας πλάσης Να παραμερίσουμε για να περάσης.
Το 1938 κυκλοφορεί η «Εαρινή Συμφωνία» και προσλαμβάνεται στο Εθνικό Θέατρο. Δύο χρόνια αργότερα, εκδίδει την «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» και προσλαμβάνεται ως χορευτής στη Λυρική Σκηνή.
Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Ρίτσος έζησε κατάκοιτος, παρόλα αυτά συμμετείχε στη δραστηριότητα του μορφωτικού τμήματος του ΕΑΜ και αρνήθηκε να δεχτεί χρήματα από έρανο όταν κινδύνεψε η ζωή του από τις κακουχίες το 1942. Μετά την ήττα του ΕΛΑΣ στα «Δεκεμβριανά» ακολούθησε τις δυνάμεις του στη σύμπτυξη. Περνά από τη Λαμία, όπου συναντά τον Άρη Βελουχιώτη και φθάνει μέχρι την Κοζάνη, όπου ανεβάστηκε το θεατρικό του «Η Αθήνα στ’ άρματα». Το 1945 γράφει τη «Ρωμιοσύνη», ένα ακόμη δημοφιλές ποίημά του, που το μελοποίησε το 1966 ο Μίκης Θεοδωράκης.
Στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου εξορίστηκε λόγω της αριστερής δράσης του στο Κοντοπούλι της Λήμνου (1948), στη Μακρόνησο (1949) και στον Άγιο Ευστράτιο (1950-1951). Το 1952 επέστρεψε στην Αθήνα και πολιτεύτηκε στην ΕΔΑ. Το 1954 παντρεύτηκε την παιδίατρο Φηλίτσα Γεωργιάδου από τη Σάμο, με την οποία απέκτησε μία κόρη, την Έρη (1955). Το 1956 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση ως μέλος αντιπροσωπείας διανοουμένων και δημοσιογράφων και την ίδια χρονιά τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος». Όταν το διάβασε ο σπουδαίος γάλλος ποιητής και συγγραφέας Λουί Αραγκόν (1897-1982) αισθάνθηκε «το βίαιο τράνταγμα μιας μεγαλοφυΐας» και αποφάνθηκε πως ο δημιουργός του είναι «ο μεγαλύτερος από τους ποιητές του καιρού μας που βρίσκονται στη ζωή».
Το 1960 ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε τον «Επιτάφιο» και σηματοδότησε την περίοδο της διάδοσης της μεγάλης ποίησης στο πλατύ κοινό. Το 1962 ο Ρίτσος επισκέφθηκε τη Ρουμανία και συναντήθηκε με το Ναζίμ Χικμέτ, του οποίου μετέφρασε ποίηματα στα ελληνικά. Κατόπιν πήγε στην Τσεχία και τη Σλοβακία, όπου ολοκλήρωσε την Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών, την Ουγγαρία και τη Λ. Δ. της Γερμανίας. Το 1964 συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές με την ΕΔΑ.
Όταν ξέσπασε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, οι φίλοι του τον ειδοποίησαν να κρυφτεί, εκείνος όμως δεν έφυγε από το σπίτι του. Τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στον Ιππόδρομο του Φαλήρου. Στα τέλη Απριλίου μεταφέρθηκε στη Γυάρο και αργότερα στο Παρθένι της Λέρου. Το 1968 νοσηλεύθηκε στον «Άγιο Σάββα» και στη συνέχεια τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό στο σπίτι της γυναίκας του στο Καρλόβασι της Σάμου. Το 1970 επέστρεψε στην Αθήνα, μετά όμως από άρνησή του να συμβιβαστεί με το καθεστώς του Παπαδόπουλου εξορίστηκε εκ νέου στη Σάμο ως το τέλος του χρόνου που μπήκε για εγχείρηση στη Γενική Κλινική Αθηνών. Το 1973 συμμετείχε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου.
Μετά την πτώση της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση έζησε κυρίως στην Αθήνα, όπου συνέχισε να γράφει με πυρετώδεις ρυθμούς. Το 1975 αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τιμήθηκε με το μεγάλο γαλλικό βραβείο ποίησης «Αλφρέ ντε Βινί». Τον επόμενο χρόνο τιμήθηκε με το βραβείο «Λένιν» στη Μόσχα. Ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια αναγορεύσεις του σε διάφορα ξένα πανεπιστήμια: Μπίρμιγχαμ (1978), Καρλ Μαρξ της Λειψίας (1984) και Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1987). Το 1986 του απονεμήθηκε το βραβείο «Ποιητής διεθνούς ειρήνης» του ΟΗΕ.
Ο Γιάννης Ρίτσος έφυγε από τη ζωή στις 11 Νοεμβρίου 1990, αφήνοντας πίσω του 50 ανέκδοτες ποιητικές συλλογές. Ενταφιάστηκε τρεις μέρες αργότερα στη γενέτειρά του Μονεμβασιά.
Το κύριο σώμα του έργου του συγκροτούν πάνω από 100 ποιητικές συλλογές, 9 πεζογραφήματα και 4 θεατρικά έργα. Οι μελέτες για ομοτέχνους του, οι πολυάριθμες μεταφράσεις και χρονογραφήματα, καθώς και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν την εικόνα του χαλκέντερου δημιουργού.