Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

ἀνταισχύνομαι

 ἀνταισχύνομαι (ἀντὶ + αἰσχύνομαι) = μεταφραστικὸ δάνειο ἀπὸ τὸ γερμανικὸ Fremdschämen (ντρέπομαι γιὰ λογαριασμὸ κάποιου ἄλλου) .


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου