νιφοκρατὴς (νίφω + κράτος) = ὁ ψυχρός, ὁ ἀπότομος, ὁ ἀπόμερος, ὁ ἀπρόσιτος, ὁ ἐσωστρεφὴς ἄνθρωπος ποὺ ἐμφαίνει τὸν προαναφερθέντα ψυχισμὸ στὸν περίγυρό του [παράγωγα: νιφοκράτεια, νιφοκρατέομαι / νιφοκρατοῦμαι]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου