Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

νιφοκρατὴς

 νιφοκρατὴς (νίφω + κράτος) = ὁ ψυχρός, ὁ ἀπότομος, ὁ ἀπόμερος, ὁ ἀπρόσιτος, ὁ ἐσωστρεφὴς ἄνθρωπος ποὺ ἐμφαίνει τὸν προαναφερθέντα ψυχισμὸ στὸν περίγυρό του [παράγωγα: νιφοκράτεια, νιφοκρατέομαι / νιφοκρατοῦμαι]


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου