εἰωθός [λόγιο διαχρονικὸ δάνειο / ἀπὸ τὸ «εἰωθός» - μετοχὴ ἐνεργητικοῦ παρακειμένου τοῦ ῥήματος «εἴωθα» - μὲ ἀλλαγὴ γένους ἀπὸ οὐδέτερο σὲ ἀρσενικὸ < δηλαδή: ἐν. ἀρ.: ὁ εἰωθός, τοῦ εἰωθότος/εἰωθοῦ, τὸν εἰωθότα/εἰωθό, εἰωθὲ / πλήθ. ἀρ.: οἱ εἰωθότες/εἰωθοί, τῶν εἰωθότων/εἰωθών, τοὺς εἰωθότες/εἰωθούς, εἰωθοί/εἰωθότες > σὲ καμία περίπτωση: «τὸ εἰωθός», καθὼς ἡ λέξη ἔχει ἀρσενικοποιηθεῖ, μὲ ἐξαίρεση τὸν καθιερωμένο καὶ πλήρως ἐπιτρεπτὸ πληθυντικὸ οὐδετέρου γένους «τὰ εἰωθότα», δηλαδὴ «τὰ ἔθιμα» ἢ «τὰ συνηθισμένα»] = ἡ κουλτούρα, οἱ καθημερινοὶ τρόποι, οἱ μικροσυνήθειες, ἡ ἠθοτροπία, οἱ προτιμήσεις ἑνὸς λαοῦ (σημασιολογικὸ δάνειο ἀπὸ τὴν λατινικὴ «cultura») .
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου